Την άρση ασυλίας του ανεξάρτητου βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας Μάριου Σαλμά εισηγείται προς την Ολομέλεια η Επιτροπή Δεοντολογίας. Η Επιτροπή αποφάσισε να εισηγηθεί άρση ασυλίας και για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Σύμφωνα με πληροφορίες -η συνεδρίαση είναι κεκλεισμένων των θυρών- υπέρ της άρσης ασυλίας τάχθηκαν μόνο οι βουλευτές της ΝΔ.
Από την αντιπολίτευση, -εκτός από την ΕΛΛΥ που δήλωσε «παρών» στην ψηφοφορία- όλα τα υπόλοιπα κόμματα, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΝΙΚΗ και Πλεύση Ελευθερίας καταψήφισαν.
Η υπόθεση αφορά μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον της κ. Κωνσταντοπούλου, την οποία έχει καταθέσει ο Αχιλλέας Νταβέλης, επιχειρηματίας από τον Βόλο.
Η κ. Κωνσταντοπούλου δεν προσήλθε στην Επιτροπή, ενώ με επιστολή που απέστειλε προς τον πρόεδρο της Επιτροπής Δεοντολογίας, Γιώργο Γεωργαντά, καταγγέλλει «άκρως κακοποιητική και πολλαπλώς παράνομη συμπεριφορά εναντίον της», ενώ κάλεσε όλους τους βουλευτές να απέχουν από την διαδικασία.
«Λόγω της επανειλημμένης κακοποιητικής συμπεριφοράς που έφθασε κατά την περασμένη Πέμπτη σε πρωτοφανείς καταστάσεις χυδαίων και αγοραίων προσβολών και σε αναφορές παραβιάσεων της Γενετήσιας Ελευθερίας που έγιναν από βουλευτή της ΝΔ εναντίον μου, έχω ζητήσει τα πρακτικά της συνεδρίασης που ακόμα δεν έχουν συνταχθεί-θεωρηθεί καθώς και το ηχητικό, αλλά έχω υποβάλει δύο Αναφορές εναντίον των βουλευτών της ΝΔ Γεωργαντά και Υψηλάντη οι οποίες θα πρέπει να κριθούν πρώτα και προ πάσης συνεδριάσεως της Επιτροπής επί υποθέσεως που με αφορά. Τα πρακτικά εξακολουθούν να μην μου παραδίδονται».
Η υπόθεση Σαλμά
Η υπόθεση του κ. Σαλμά, αφορά μηνυτήρια αναφορά για συκοφαντική δυσφήμιση που κατέθεσε εναντίον του ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης.
Υπέρ της άρσης ασυλίας τάχθηκαν οι βουλευτές της ΝΔ. Από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΙΚΗ καταψήφισαν, ενώ το ΚΚΕ μαζί με Ελληνική Λύση και Πλεύση Ελευθερίας δήλωσαν «παρών».
Σε συνομιλία που είχε ο κ. Σαλμάς με κοινοβουλευτικούς συντάκτες αμέσως μετά, υποστήριξε ότι «δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης» και πρόσθεσε ότι στην Επιτροπή ζήτησε από τους βουλευτές «να ψηφίσουν ότι λέει το Σύνταγμα, ο κανονισμός της Βουλής και η συνείδησή τους».

