Οι μεγάλες αξίες της ζωής έχουν δύο βασικές φυσικές πηγές.
Η μια είναι η συνείδηση, που ονομάζεται και έμφυτος ηθικός νόμος. Νόμος άγραφος και πανανθρώπινος. Λέει ο Άγιος Παΐσιος, ότι· «η πρώτη αγία γραφή που έδωσε ο Θεός στους πρωτόπλαστους είναι η συνείδηση. Όσο κι αν την καταπατήσει κανείς τη συνείδηση του, πάλι μέσα του ελέγχεται». Είναι τα πρέπει και τα μη που έβαλε ο Θεός μέσα μας, για να μπορούμε να αποτελούμε μια κοινωνία που θα μπορεί να συζεί και να επικοινωνεί.
Η δεύτερη φυσική πηγή των αξιών ήταν η προσωπική και κοινωνική εμπειρία από τους καρπούς του καλού και του κακού. Αυτή η εμπειρία στερέωσε τα πρέπει και τα μη που έθεσε ο Θεός δια της συνειδήσεως. Η τήρηση των εντολών της έφερνε τη συνεννόηση μεταξύ ανθρώπων σε στενό κύκλο, αλλά και σε επίπεδο λαών. Αν έλειπε αυτή, ούτε ιεράρχηση των πραγμάτων και προσώπων θα υπήρχε, ούτε πολιτισμός, αλλά μόνο Βαβέλ και αλληλοσπαραγμός. Έτσι διαιωνίσθηκε στο πρόσωπο του ανθρώπου η εικόνα του Θεού, όπως δηλαδή πλάσθηκε.
Δεν ήλθε ο Χριστός στον κόσμο χωρίς λόγο. Έφερε, δίδαξε πρακτρικά και μάλιστα με επισφράγισμα τη δική Του θυσία, την τελειότητα που θα οδηγούσε στο «καθ’ ομοίωσιν» (Γεν. 1, 26). Αυτό λέγεται αποκεκαλυμμένο θέλημα του Θεού. Απόλυτα τέλειο, το οποίο οδηγεί στην επί γης σχετική ευτυχία και στη μετά θάνατο μόνιμη ανέκφραστη μακαριότητα. Είναι η θεία αποκάλυψη των σωτηρίων, «πρέπει» και «μη» του τέλειου κατά πάντα ευαγγελικού νόμου.
Η τήρηση αυτών των πρέπει και μη δεν είναι μια καθηκοντολογία, αλλά θεραπευτική αγωγή που σώζει, όπως στον τομέα της ιατρικής. Όπως η θεραπευτική αγωγή δεν είναι δεσμά, αλλά τρόπος που οδηγεί στην αποκατάσταση της υγείας, έτσι τα πρέπει και τα μη του θείου θελήματος είναι η θεραπευτική αγωγή της ψυχής.
Αυτή οδηγεί στην εν Χριστώ ελευθερία από τα δεσμα των παθών που μας κάνουν δυστυχισμένους εδώ στη γη και αιωνίως καταδικασμένους στην απώλεια. Έχουν δοθεί από τον Θεό στον άνθρωπο για το δικό του εγκόσμιο και αιώνιο καλό, όμως εξαρτάται από αυτόν η πραγμάτωση τους ως ορθοπραξία. Κλειδί είναι η υγεία του θέλω, αφού ο άνθρωπος πλάστηκε ελεύθερος και ο Χριστός επανέλαβε το «όστις θέλει» (Μαρκ. 8, 34) ως κορυφαία ποιοτική αξία.
Ο εσωτερικά ακατάστατος άνθρωπος, αυτός που παραβιάζει και αυτή τούτη τη συνείδηση του ως προς τις πανανθρώπινες αξίες, δεν μπορεί να δεχτεί ούτε ως άκουσμα τον τέλειο ευαγγελικό νόμο. Ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί να δεχτεί τους αγίους και τη διδασκαλία τους, αφού οι άγιοι είναι το ευαγγέλιο στην πράξη. Για αυτό γίνονται παρορμητικοί, εκρηκτικοί και ιδιοτελώς θεληματάρηδες μέσα από μια παρεξηγημένη ελευθερία, η οποία σκέφτεται και δρα εγωπαθώς, μη υπολογίζοντας τον άλλο.
Η ωραιότερη και ωφελιμότερη πηγή συμφωνίας και αρμονίας με τον εαυτό του πρώτα και στη συνέχεια με τους άλλους, είναι τα πρέπει και τα μη του αποκεκαλυμμένου θείου θελήματος να γίνουν… θέλω. Επειδή αυτό είναι ανέφικτο να γίνει σε όλους, υπάρχουν οι συγκρούσεις, αιτία δε αυτών των συγκρούσεων δεν είναι η εφαρμογή των αγίων εντολών, αλλά οι επιθέσεις των αθεράπευτων κατά των θεραπευμένων ή θεραπευόμενων ψυχών.
Όμως, οι πρώτοι δεν μπορούν να πλήξουν την εσωτερική ειρήνη και ευτυχία των δεύτερων, οι οποίοι ενώ είναι «διωκόμενοι» (Β’ Κορ. 4, 9) νικούν, ακόμη και αν τους βασανίσουν και τους θανατώσουν!
Απόσπασμα από το βιβλίο «Επί το Άροτρον», π. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου


