έο κεφάλαιο στην επιχειρηματική της δταστηριότητα ανοίγει η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, γνωστή από τα brand Βεργίνα και το κρύο τσάι tuvunũ, καθώς εισέρχεται στην αγορά του εμφιαλωμένου νερού. Όπως ανέφερε ο ιδρυτής και CEO της εταιρείας, Δημήτρης Πολιτόπουλος, «είχαμε προτάσεις εξαγοράς, αλλά δεν μας ενδιαφέρει. Δημιουργούμε μόνοι μας προϊόντα».
Παράλληλα, μετά από επενδύσεις ύψους 20 εκατ. ευρώ, έχει ολοκληρώσει την επέκταση του ζυθοποιείου της, η οποία πολλαπλασιάζει τη δυνατότητα παραγωγής στους 700.000 εκατόλιτρους ετησίως. Εξέλιξη που καθιστά τη ΖΜΘ έναν από τους μεγάλους παίκτες της ελληνικής αγοράς μπύρας.
Σε δεύτερη φάση, η εταιρεία ετοιμάζει επένδυση 50 εκατ. ευρω για την παραγωγή συσκευασιών αλουμινίου και συγκεκριμένα κουτιών για τα προϊόντα της, όπως τόνισε η διοίκηση στο πλαίσιο δημοσιογραφικής εκδήλωσης με αφορμή τα 30 χρόνια λειτουργίας της.
Από αριστερά ο Δημήτρης Κρις, διευθυντής επιχειρηματικής ανάπτυξης της ΖΜΘ και ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος
Η ιδέα και το όνομα με τη βαριά κληρονομιά
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ένας ομογενής πήρε μια απόφαση που έμελλε να αφήσει το αποτύπωμά της στην ελληνική ζυθοποιία. Ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, νεαρό παιδί ζούσε και δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στις ΗΠΑ, συνέλαβε το 1994 την ιδέα να επιστρέψει επενδυτικά στην πατρίδα. Έναν χρόνο αργότερα, στις 21 Δεκεμβρίου 1995, προχώρησε στην αγορά ενός οικοπέδου στην Κομοτηνή, θέτοντας τις βάσεις για ένα νέο εγχείρημα στη βιομηχανίαι. Το αρχικό κίνητρο του Δημήτρη Πολιτόπουλου ήταν η παραγωγή «της πρώτης πραγματικά ελληνικής μπύρας» και η Βεργίνα υπήρξε η πρώτη μπύρα με ελληνικά γράμματα στην ετικέτα.
Πέρασαν περίπου δύο χρόνια προετοιμασίας μέχρι να βγει στην αγορά η νέα μπύρα. Το όνομα που επιλέχθηκε, «Βεργίνα», δεν ήταν τυχαίο. Ήθελε ένα γυναικείο, μικρό, που να εκφράζει τον θαυμασμό στον Μέγα Αλέξανδρο. Το πρώτο τιμολόγιο κόπηκε Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 1998 και η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης άρχισε τα πρώτα της βήματα σε μια ιδιαίτερα απαιτητική αγορά.
Εκείνη την περίοδο, ο κλάδος της μπύρας στην Ελλάδα χαρακτηριζόταν από έντονη συγκέντρωση και ελάχιστα περιθώρια για νέες επιχειρήσεις. Όπως ανέφερε ο Δημήτρης Πολιτόπουλος, η επιλογή της Κομοτηνής συνδέθηκε άμεσα με τον παραγωγικό χαρακτήρα της περιοχής, αλλά και με μια στρατηγική απόφαση να επενδυθεί μια περιφέρεια εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Αν και αρχικά εξετάστηκε η περίπτωση των Χανίων, η τελική επιλογή ήταν η Θράκη.
Την εποχή που η εταιρεία εισήλθε στην αγορά, οι κυρίαρχες μάρκες ήταν ουσιαστικά δύο. Η παρουσία της Heineken και της Amstel δημιουργούσε ένα περιβάλλον που, όπως ο ίδιος τόνισε, έμοιαζε με σκληρό μονοπώλιο. Σε τέτοιες συνθήκες, οι πιθανότητες επιβίωσης για έναν νέο παίκτη ήταν περιορισμένες. Παρ’ όλα αυτά, η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης τόλμησε, επένδυσε και άνοιξε ένα νέο δρόμο. Πλέον στο πορτφόλιο της έχει 8 μπύρες και 19 βύνες.
Το νερό Tuvunũ
Παράλληλα, από τα τέλη του 2025, το brand Tuvunũ προσθέτει δύο νέους κωδικούς, το Tuvunũ τσάι του βουνού με μέλι και λεμόνι και το Tuvunũ sparkling με λεμόνι και yuzu, με δυναμική τοποθέτηση στα σούπερ μάρκετ. Πριν από την έναρξη της τουριστικής σεζόν αναμένεται να κυκλοφορήσει και το επιτραπέζιο νερό σε γυάλινο μπουκάλι στην αγορά HORECA.
«Το νερό μας είναι εξίσου καλό με το νερό πηγής, αν όχι καλύτερο. Θα χρησιμοποιούμε μόνο γυάλινες συσκευασίες», πρόσθεσε ο κ. Πολιτόπουλος.
Ο ίδιος εξήγησε ότι η ΖΜΘ ποντάρει στην ανάπτυξη της Θράκης και στα ελληνικά προϊόντα, όπως το κριθάρι, το μέλι ανθέων και τα λεμόνια. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα Πομακοχώρια, όπου μέσω των καλλιεργειών σιδερίτη, η εταιρεία «άλλαξε τη γεωγραφία της περιοχής», καθώς η σπορά απαιτεί υψόμετρο άνω των 500 μέτρων, γεγονός για το οποίο, όπως σημείωσε, η ΖΜΘ τιμήθηκε.
Οικονομικά μεγέθη και επενδύσεις
Το 2025 η ΖΜΘ έκλεισε με πωλήσεις 30 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μικρή μείωση σε σχέση με τα 31,24 εκατ. ευρώ του 2024. Τα EBITDA διαμορφώθηκαν στα 5 εκατ. ευρώ, έναντι 5,68 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ οι εξαγωγές κυμαίνονται μεταξύ 4% και 5%.
Το επόμενο επενδυτικό πλάνο της εταιρείας, ύψους άνω των 50 εκατ. ευρώ, έχει στόχο την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας, την είσοδο στο κουτί αλουμινίου με δικό της εργοστάσιο και τη διεύρυνση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου.
Εξαγωγές βύνης
Επίσης η ΖΜΘ εξάγει το 40% της παραγόμενης βύνης, σε συνολικά 19 τύπους, σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Τουρκία και η Αλβανία. Από τη συνολική παραγωγή, το 33% χρησιμοποιείται από την ίδια την εταιρεία, ενώ το 27% διατίθεται σε 79 ελληνικές μικροζυθοποιίες.
Η παραγωγή βασίζεται σε 100% ελληνικό κριθάρι συμβολαιακής γεωργίας, που καλλιεργείται σε 30.000 στρέμματα από 1.500 αγρότες.
Προ των πυλών η απόφαση του ολλανδικού δικαστηρίου αποζημίωσης απο Heineken
Στον τομέα της μπύρας, η ΖΜΘ εξακολουθεί να παράγει στο όριο που επιτρέπει η νομοθεσία. Ωστόσο, η πρόσφατη αλλαγή του θεσμικού πλαισίου έχει φέρει την εταιρεία σε «στάση αναμονής», καθώς, όπως ανέφερε ο κ. Πολιτόπουλος, «η αγορά της Ελλάδας ακόμη δεν έχει αλλάξει πρακτικές, αντίθετα γίνεται και χειρότερη». Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ελέγχει την Αθηναϊκή Ζυθοποιία (Heineken) κατόπιν νέας καταγγελίας της ΖΜΘ το 2022, που αφορά την περίοδο από το 2014 έως σήμερα.
Πάντως, η περαιτέρω ανάπτυξη της ΖΜΘ συνδέεται και με την αναμενόμενη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου του Άμστερνταμ για τη διαμάχη με τη Heineken, για τη δικαστικά διαπιστωμένη κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, η οποία αναμένεται τον Μάρτιο. Όπως ανέφερε ο κ. Πολιτόπουλος, η αποζημίωση μπορεί, μαζί με τους τόκους, να φτάσει τα 213 εκατ. ευρώ, αν και είναι πολύ πιθανή έφεση ως προς το ύψος του ποσού.
Πρόκειται, όπως σημείωσε ο Δημήτρης Κρις, διευθυντής επιχειρηματικής ανάπτυξης της ΖΜΘ, για μια απόφαση πρωτόγνωρη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει δεδικασμένο για άλλες πολυεθνικές και να διαμορφώσει νέα δεδομένα για τις εταιρείες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

