Ο χριστιανισμός με το χαρμόσυνο και συγχρόνως λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως του Θεανθρώπου άλλαξε ριζικά την αντιμετώπιση του θανάτου και κατ’ επέκταση νοηματοδότησε διαφορετικά το πένθος[1]. Από τη στιγμή που χάθηκε η καταδυνάστευση του θανάτου, οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν τον αποχαιρετισμό των προσφιλών ανθρώπων ως κοίμηση, στηριζόμενοι στην Ανάσταση του Χριστού[2]. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πένθος δεν είχε θέση ανάμεσα στους χριστιανούς[3].
Στους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας είχαν διατηρηθεί κάποια νεκρικά έθιμα του ιουδαϊσμού[4], τα οποία παρέμειναν στην πρακτική των ανθρώπων[5] μέχρι τον 4ο αιώνα[6]. Ωστόσο, το πένθος του θανάτου πριν τον χριστιανισμό σκορπούσε το φόβο και μόνο στη σκέψη του[7]. Ήταν πολύ δύσκολο να απεμπολήσει το ανθρώπινο μυαλό την έννοια του θανάτου[8], αφού εμπλεκόταν τόσο άμεσα με τη φύση του[9]. Δεν ήταν εφικτό κάποια φιλοσοφία να αποβάλει τον φόβο από την ανθρώπινη σκέψη, παρά μόνο η πίστη στην ανάσταση του Χριστού και η συμμετοχή του ανθρώπου σ’ αυτήν[10]. Το πένθος και η έκφραση του αποτελεί ένα σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ της χριστιανικής γραμματείας των πρώτων αιώνων και της μηδενιστικής τάσης που είχε ο φιλοσοφικός στοχασμός[11].
Ο θάνατος είναι η είσοδος στην απέραντη αιωνιότητα και δεν θα πρέπει να προκαλεί βαρύ πένθος[12], το οποίο υπάρχει εκεί όπου δεν σημειώνεται η ελευθερία της ψυχής από τα πάθη[13]. Η ανάσταση του Χριστού αποτελεί τη σημαντικότερη ήττα του θανάτου[14], ωστόσο η ολοκληρωτική νίκη και το οριστικό τέλος του πένθους θα λάβει χώρα στα έσχατα[15].
Ο άνθρωπος είναι θνητός και αυτή του η θνητότητα έγκειται όχι μόνο στο γεγονός του θανάτου, αλλά στο ότι το γνωρίζει[16]. Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι ένα πεπερασμένο ον, που το νόημα της ζωής του είναι άρρητα συνδεδεμένο με τον θάνατο. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά η ζωή αποκτά νόημα, εφόσον δοθεί νόημα στον θάνατο. Η καταξίωση του θανάτου καταξιώνει και την ίδια τη ζωή[17]. Επιπρόσθετα, για το θέμα αυτό ο Μπερδιάγεφ αναφέρει ότι η ζωή είναι ευγενής, γιατί εμπεριέχει τον θάνατο, που αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει δημιουργηθεί για μια άλλη ζωή, ανώτερη της παρούσας[18]. Για τον λόγο αυτό, δεν χρειάζεται να απωθεί τη σκέψη του θανάτου χάνοντας την αυθεντική σκοπιά θέασης της ζωής[19]. Ο άνθρωπος δεν εκμηδενίζεται μετά τον σωματικό θάνατο[20].
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για κεκοιμημένους και όχι για νεκρούς[21]. Οι άνθρωποι οφείλουν να γνωρίζουν ότι η ζωή και ο θάνατος του καθενός βρίσκεται στα χέρια του Θεού[22]. Πολύ εύστοχα αναφέρεται στο Δευτερονόμιο «…εγώ αποκτενώ και ζην ποιήσω»[23].
Συνταράσσεται ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη στη διαδικασία αντιμετώπισης του θανάτου. Μόνο η σκέψη του θανάτου μπορεί να προκαλέσει ταραχή στον άνθρωπο. Το πένθος του θανάτου αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά όταν οι άνθρωποι είναι συνειδητά μέλη της Εκκλησίας. Η βίωση του χαρμόσυνου μήνυματος της Αναστάσεως μέσα από την πνευματική και λειτουργική ζωή της Εκκλησίας συντελεί να συνειδητοποιήσουν όσοι πενθούν και πολύ περισσότερο οι γονείς πως ο αναστημένος Κύριος νίκησε το κράτος του θανάτου και αυτό είναι πλέον είναι μια πραγματικότητα, ένα γεγονός που ισχύει και για τον άνθρωπο.
pemptousia.gr
Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Βέτσος, Master Θεολογίας

