Σε καθημερινό εφιάλτη για χιλιάδες νοικοκυριά εξελίσσεται η ραγδαία άνοδος του κόστους στέγασης, με πολλούς ενοικιαστές να έρχονται αντιμέτωποι με ξαφνικές απαιτήσεις των ιδιοκτητών για αυξήσεις στα μισθώματα. Η Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας παρεμβαίνει με έναν αναλυτικό οδηγό, ξεκαθαρίζοντας το νομικό πλαίσιο γύρω από το πότε μια αύξηση στο ενοίκιο θεωρείται νόμιμη, πότε ο ενοικιαστής έχει το δικαίωμα να την αρνηθεί και με ποιον τρόπο μπορεί να προστατεύσει τα δικαιώματά του.
Το βασικό ερώτημα που απασχολεί την πλειονότητα των ενοικιαστών είναι αν ο ιδιοκτήτης μπορεί να επιβάλει μονομερώς μια νέα, υψηλότερη τιμή κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις διευκρινίσεις της ΕΕΚΕ, οποιαδήποτε αναπροσαρμογή είναι νόμιμη αποκλειστικά και μόνο όταν αυτή προβλέπεται ρητά από γραπτό όρο στο μισθωτήριο συμβόλαιο που έχουν συνυπογράψει τα δύο μέρη. Εάν, για παράδειγμα, υπάρχει συμφωνημένος όρος για ετήσια άνοδο της τάξης του 3%, ο ιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να την εφαρμόσει. Αντίθετα, στην περίπτωση που το συμβόλαιο δεν περιλαμβάνει καμία σχετική αναφορά για σταδιακή αναπροσαρμογή, η απαίτηση για περισσότερα χρήματα εντός του συμβατικού χρόνου είναι παράνομη.
Ο παράγοντας του χρόνου και οι «σιωπηρές» παρατάσεις
Η χρονική στιγμή κατά την οποία τίθεται το ζήτημα της αναπροσαρμογής παίζει καθοριστικό ρόλο στη νομιμότητα της διαδικασίας. Κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, ο ενοικιαστής καλύπτεται πλήρως από τους αρχικούς όρους του συμβολαίου του. Τα δεδομένα αλλάζουν μετά τη λήξη της μισθωτικής περιόδου, καθώς σε αυτό το σημείο ο ιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει ένα υψηλότερο ποσό προκειμένου να προχωρήσει στην ανανέωση της σύμβασης για το επόμενο διάστημα.
Ένα συχνό φαινόμενο στην ελληνική αγορά ακινήτων είναι η λεγόμενη σιωπηρή παράταση, κατά την οποία η μίσθωση συνεχίζεται κανονικά χωρίς να έχει υπογραφεί νέο έγγραφο. Σε αυτή την περίπτωση, ο εκμισθωτής μπορεί μεν να προτείνει μια νέα τιμή, ωστόσο δεν έχει το δικαίωμα να την επιβάλει αυθαίρετα χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του ενοικιαστή. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, ο ιδιοκτήτης διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει στην καταγγελία της μίσθωσης σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες.
Το δικαίωμα της άρνησης και οι κίνδυνοι της σιωπηρής αποδοχής
Οι ενοικιαστές πρέπει να γνωρίζουν ότι διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα να αρνηθούν μια αδικαιολόγητη αύξηση στο ενοίκιο, εφόσον δεν καλύπτεται από το συμβόλαιό τους και αυτό βρίσκεται ακόμη σε ισχύ. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο ενοικιαστής μπορεί να συνεχίσει να καταβάλλει κανονικά το παλιό, συμφωνημένο ποσό. Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος για το ενδεχόμενο ο ιδιοκτήτης να επιλέξει να μην ανανεώσει τη συνεργασία τους μόλις λήξει η τρέχουσα σύμβαση ή να του ζητήσει να αποχωρήσει από το ακίνητο με τη λήξη της νόμιμης προστασίας.
Η Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας εφιστά την προσοχή σε μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια που συχνά παρερμηνεύεται. Μια αύξηση μπορεί να μην είναι αυτόματα παράνομη αν συμφωνηθεί, όμως η σιωπηρή αποδοχή της μπορεί να παγιδεύσει τον ενοικιαστή. Εάν ο ενοικιαστής αρχίσει να πληρώνει το αυξημένο ποσό για μερικούς μήνες χωρίς καμία γραπτή αντίρρηση, ο νόμος θεωρεί ότι συναινεί σιωπηρά στη νέα τιμή. Για τον λόγο αυτό, οι καταναλωτές καλούνται να μην προβαίνουν ποτέ σε προφορικές συμφωνίες που αλλάζουν τους οικονομικούς όρους της διαμονής τους.
Τα βήματα προστασίας που προτείνει η ΕΕΚΕ
Για την αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων και την αποτελεσματική θωράκιση των δικαιωμάτων τους, οι ενοικιαστές οφείλουν να ακολουθούν μια συγκεκριμένη στρατηγική. Το πρώτο βήμα είναι η σχολαστική ανάγνωση του μισθωτηρίου συμβολαίου, ώστε να εντοπιστούν τυχόν κρυφοί όροι αναπροσαρμογής. Παράλληλα, είναι απαραίτητο οποιαδήποτε επικοινωνία, αλλαγή ή νέα συμφωνία να γίνεται αποκλειστικά γραπτώς και να αποτυπώνεται σε τροποποιητικό έγγραφο, αποφεύγοντας τις προφορικές υποσχέσεις.
Οι ενοικιαστές δεν πρέπει να υποκύπτουν σε ψυχολογικές πιέσεις ή βιαστικές αποφάσεις χωρίς να έχουν λάβει προηγουμένως έγκυρη ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας ή προστριβής με τον ιδιοκτήτη, η αναζήτηση εξειδικευμένης καθοδήγησης από νομικούς συμβούλους ή από τους ειδικούς της ΕΕΚΕ αποτελεί την ασφαλέστερη οδό για τη διασφάλιση μιας δίκαιης και νόμιμης λύσης.

