Στην περιγραφή του νέου βιβλίου του με τίτλο «Σύγχρονες Εργασιακές Σχέσεις» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική, ο οικονομολόγος της εργασίας και Αναπληρωτής Καθηγητής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, κ. Θεόδωρος Κουτρούκης, αναφέρει ότι πριν από 35 χρόνια ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα της σχετικής βιβλιογραφίας ήταν το lock-out, δηλαδή η ανταπεργία που είχε τότε απαγορευτεί με νόμο του 1982, ενώ πριν λίγους μήνες κυρίαρχο θέμα στην αγορά εργασίας ήταν το lock-down.
Οι εργασιακές σχέσεις είναι σήμερα περισσότερο εξατομικευμένες και λιγότερο συλλογικές, εξέλιξη που συνδέεται άρρηκτα με την συρρίκνωση της ισχύος των εργατικών συνδικάτων αλλά και τη σταδιακή απόσυρση του Κράτους από το κοινωνικό γίγνεσθαι της απασχόλησης προς όφελος της «αόρατης χείρας» της αγοράς εργασίας.
Στο βιβλίο «Σύγχρονες Εργασιακές Σχέσεις» επιχειρείται η σύντομη παρουσίαση των κύριων ζητημάτων που αναφέρονται κυρίως στο ελληνικό σύστημα των εργασιακών σχέσεων και ενδιαφέρουν τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες, που για πρώτη φορά έρχονται σε επαφή με αυτό το επιστημονικό πεδίο.

Η εργασία για έναν άνθρωπο αποτελεί βασικό παράγοντα στο δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση και σε ένα πλαίσιο γενικευμένης οικονομικής αστάθειας, η κατανόηση των σύγχρονων τάσεων στις εργασιακές σχέσεις, αποτέλεσε την αφορμή για να μιλήσουμε για τα θέματα αυτά με τον κ. Κουτρούκη.
• Πώς επηρεάζονται σήμερα, στην Ελλάδα αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εργασιακές σχέσεις σε ένα περιβάλλον γενικευμένης οικονομικής αστάθειας και μεταβολών;
Οι εξελίξεις στις εργασιακές σχέσεις συνδέονται άμεσα με τις οικονομικές εξελίξεις. Όσο μία χώρα ευημερεί, τόσο υπάρχει περιθώριο για μία αναδιανομή του εισοδήματος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Επομένως, η πλευρά των μισθωτών μπορεί να προσδοκά ότι θα πάρει ένα μεγαλύτερο μερίδιο εισοδήματος και θα βελτιώσει την αγοραστική της δύναμη. Αντίθετα, σε περιόδους ύφεσης το εθνικό εισόδημα συρρικνώνεται και επομένως, το προς διανομή διακύβευμα είναι μηδενικό ή/και αρνητικό. Φαίνεται ότι καθώς λόγω της ενεργειακής κρίσης μάλλον οδεύουμε προς ένα συνδυασμό ύφεσης και πληθωρισμού κόστους (δηλαδή στασιμοπληθωρισμό) οι εργασιακές σχέσεις ενδέχεται να στροβιλιστούν σε μια δίνη αβεβαιότητας. Εδώ βέβαια έχει μεγάλη σημασία αν θα ενεργοποιηθούν οι γνώριμοι μηχανισμοί απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών με συμφωνίες και συντονισμό της δράσης των κοινωνικών εταίρων ή αν το πεδίο της αγοράς εργασίας θα αφεθεί στη ρύθμιση του μηχανισμού της αγοράς. Στην τελευταία περίπτωση η κοινωνική διάσταση της ρύθμισης θα ελαχιστοποιηθεί.
• Ποιες είναι οι κύριες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα από το 2008 και μετά; Ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι κύριες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν;
Οι τεκτονικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις μετά την οικονομική κρίση του 2008 οδήγησαν στην προσαρμογή της χώρας σε νέες συνθήκες. Κύρια χαρακτηριστικά αυτών των αλλαγών είναι η μεγάλη αποκέντρωση των εργασιακών σχέσεων από το εθνικό και το κλαδικό επίπεδο προς το επίπεδο της επιχείρησης και εν συνεχεία η εξατομίκευση τους στο σε μια απλή σχέση συνεργασίας ενός εργοδότη και ενός μισθωτού. Συνεπώς, υποβαθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό η συλλογική διάσταση των εργασιακών σχέσεων, συρρικνώθηκαν οι θεσμοί κοινωνικής εταιρικότητας και αποδυναμώθηκαν οι οργανώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων. Το επόμενο χρονικό διάστημα -υπό την απειλή του πελέκυ της πιθανολογούμενης ύφεσης- το κράτος και οι κοινωνικοί εταίροι στην Ελλάδα θα πρέπει να συζητήσουν και να επαναπροσδιορίσουν το ρόλο τους σε μία πορεία μεταρρυθμίσεων, που πρέπει να συνεχιστούν. Με αυτόν τον τρόπο η χώρα θα δει νωρίτερα ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και οι παραγωγικοί φορείς θα επωφεληθούν. Το στοίχημα είναι δύσκολο αλλά όλοι μαζί μπορούμε να τα καταφέρουμε.
• Με ποιους τρόπους παρεμβαίνει το κράτος στις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα; Οι τρόποι αυτοί έχουν θετικό αντίκτυπο στην επίτευξη κοινωνικής ευημερίας των πολιτών μέσω της εργασίας;
Το ελληνικό κράτος παρεμβαίνει με πολλαπλούς τρόπους. Ένας ρόλος που παραδοσιακά ασκεί είναι αυτός του ρυθμιστή του θεσμικού πλαισίου για την αγορά εργασίας, του διαιτητή στις εργασιακές συγκρούσεις και του εργοδότη, καθώς ως γνωστόν στην Ελλάδα οι υπάλληλοι του Κράτους αριθμούν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες. Εφόσον το κράτος διαδραματίζει τους ρόλους του σε ένα Ευρωπαϊκό Πλαίσιο, τότε η συμβολή του είναι αναμφίβολα θετική. Αν όμως το κράτος παρεμβαίνει υπέρμετρα, μπορεί να προκαλεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που επιχειρεί να επιλύσει.
Η κρατική παρέμβαση σχεδιάζεται με σκοπό την κοινωνική ευημερία. Ωστόσο, η αμοιβαία επωφελής οικονομική πρόοδος πρέπει να συνεκτιμά τα πορίσματα του κοινωνικού διαλόγου και αυτό αναγνωρίζεται από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς. Λύσεις υπάρχουν και ας μην ξεχνούμε ότι ο συντηρητισμός στις εργατικές πολιτικές δεν είναι η λύση αλλά μέρος του προβλήματος.
• Οι οργανώσεις των εργαζομένων με τον καιρό έχουν χάσει τη δύναμη τους. Σήμερα, για τους εργαζόμενους το πλαίσιο εργασίας είναι σε μεγάλο βαθμό εξατομικευμένο. Μπορούν πρακτικά οι εργαζόμενοι να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα τους έξω από οργανώσεις και συνδικάτα;
Έχετε δίκιο όταν λέτε ότι οι εργατικές οργανώσεις (αλλά και οι εργοδοτικές) έχουν αποδυναμωθεί την τελευταία δεκαετία. Η απαξίωση των συνδικάτων σε συνδυασμό με τη μείωση της δύναμης τους καθιστά ακόμα δυσκολότερη τη διασφάλιση μιας θέσης στην αρένα των κοινωνικών διαφόρων και διακυβευματων. Σε ατομικό τώρα επίπεδο, οι εργαζόμενοι μπορούν υπό όρους να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους αλλά αυτό εξαρτάται από την ισορροπία ισχύος.
Ειδικότερα, οι εργαζόμενοι που διαθέτουν μία σπανιότητα στις παρεχόμενες υπηρεσίες αλλά και ειδικές γνώσεις και εμπειρίες μπορεί να διαπραγματευτούν κατά μόνας με τον εργοδότη τους και να πετύχουν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Σκεφτείτε για παράδειγμα κάποιον πολύ εξειδικευμένο ιατρό χειρουργό. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γενικευτεί για το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων συνηθισμένων καθηκόντων. Αυτές οι ομάδες εργαζομένων αν στραφούν στην ατομική διαπραγμάτευση, εκκινούν με θεμελιώδη μειονεκτήματα. Εκεί ακριβώς αναδείχθηκε ιστορικά ο ρόλος των εργατικών συνδικάτων.
Εν πάσει περιπτώσει -ακόμα κι αν έχουμε πολλές ενστάσεις για την αποτελεσματικότητα τους- τα συνδικάτα είναι ο μόνος μηχανισμός που διαθέτουμε για να προστατεύσουμε ευρύτατα στρώματα εργαζόμενα. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτή τη διαπίστωση τη συμμερίζονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
• Η τηλεργασία πόσο έχει επηρεάσει το χώρο της εργασίας στην Ελλάδα; Τι πρέπει να προσέχουν όσοι εργάζονται σε καθεστώς τηλεργασίας;
Η τηλεργασία ήταν ένα φαινόμενο που προϋπήρχε της Πανδημίας, όμως εξ ανάγκης διαδόθηκε πολύ περισσότερο τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Κατά συνέπεια ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων βίωσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της εργασίας από το σπίτι. Η εξέλιξη αυτή ξεκίνησε σε ένα σχεδόν άναρχο πεδίο. Σήμερα όμως έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Υπάρχει πλέον διεθνώς μία μεγάλη συζήτηση για το πως η τηλεργασία θα είναι επωφελής για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους χωρίς παράλληλα να δημιουργεί αρνητικές επιδράσεις.
Οδηγηθήκαμε πλέον σε αναθεώρηση ορισμένων θεσμικών παραμέτρων της τηλεργασίας, ωστόσο νομίζω τα επόμενα χρόνια θα ξανασυζητήσουμε κρίσιμές διαστάσεις της, όπως το «δικαίωμα της αποσύνδεσης» και τα όρια εργασίας και σχόλης. Να πούμε βέβαια ότι η τηλεργασία επιλέγεται συνειδητά από αρκετές κατηγορίες εργαζομένων που βρίσκουν σε αυτήν έναν αποτελεσματικό συνδυασμό της απασχόλησης τους με τις υπόλοιπες κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις. Άρα η τηλεργασία πρέπει στον βαθμό του εφικτού να είναι αποτέλεσμα της επιλογής του εργαζομένου και όχι επιβολής.
• Η εξέλιξη της τεχνολογίας μέσω των ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης πόσο μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις εργασίας στο άμεσο μέλλον;
Η εργασία ήταν πάντοτε αλληλένδετη με τις τεχνολογικές συνθήκες της οικονομίας και της κοινωνίας. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η μισθωτή εργασία εμφανίστηκε παράλληλα με τη Βιομηχανική Επανάσταση και κατά καιρούς έχει επηρεαστεί από τις τεχνικές και επιστημονικές εξελίξεις, όπως είναι το Internet, η εργασία από απόσταση κ.α. Νομίζω πως η ρομποτική, η τεχνητή νοημοσύνη, τα εικονικά περιβάλλοντα εργασίας, το Internet of Things και άλλες τεχνολογικές καινοτομίες δημιουργούν εντελώς νέα δεδομένα για την εργασία.
Ήδη πολλοί διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν εξελίξεις που θα κλονίσουν συθέμελα το παραγωγικό σύστημα των ανεπτυγμένων χωρών τις δεκαετίες που έρχονται και θα αναδιατάξουν την έννοια του χώρου και του χρόνου απασχόλησης. Είναι χρέος των κοινωνιών να συζητήσουν σε think tanks και σε fora των παραγωγικών τάξεων αυτές τις εξελίξεις και να προετοιμαστούν, ώστε στις νέες συνθήκες να υπάρχει ένας ρόλος για την αξιοπρεπή εργασία των μισθωτών, οι οποίοι με τη σειρά τους δεν πρέπει να γίνουν νέοι Λουδίτες.
• Τι σηματοδοτούν φαινόμενα όπως το ”The Great Resignation” που παρουσιάζονται κυρίως στο εξωτερικό; Από που πηγάζει η τάση αυτή και κατά τη γνώμη σας είναι ένα παροδικό φαινόμενο;
Πράγματι τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε βιώσει σε ένα βαθμό το φαινόμενο της λεγόμενης «Μεγάλης Παραίτησης» δηλ. μίας τάσης πολλών εργαζομένων να απομακρύνονται οικειοθελώς από την εργασία τους και να μην επιθυμούν τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα να επανέρθουν. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι συνδέεται με τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δηλαδή τις περαιτέρω επιλογές υβριδικής εργασίας που δόθηκαν σε ευρύτατες ομάδες εργαζομένων. Αυτό τους έκανε μάλλον να σκεφτούν ότι υπάρχουν κι άλλες επιλογές από τις συνήθεις. Επίσης λόγω της καραντίνας και της μείωσης των μετακινήσεων αυξηθήκαν οι αποταμιεύσεις και, επομένως, πολλοί εργαζόμενοι φαίνεται πως αισθάνθηκαν μεγαλύτερη ασφάλεια που τους επιτρέπει να παραμείνουν για ένα διάστημα εκτός της απασχόλησης.
Τέλος, η ισορροπία προσωπικής και την επαγγελματικής ζωής είναι πολύ σημαντική ιδίως για τις νέες γενιές εργαζομένων. Αυτοί οι εργαζόμενοι όταν δεν καρπώνονται επαρκή επαγγελματική ικανοποίηση από την εργασία τους αισθάνονται πιο ελεύθεροι από τις προηγούμενες γενιές να παραιτηθούν και να αναζητήσουν άλλες επιλογές. Σε κάποιες χώρες της Δύσης νομίζω πως το φαινόμενο αυτό θα χάσει ένα μέρος της δυναμικής του στο προσεχές μέλλον, ενώ από την άλλη θα δρομολογήσει τη δημιουργία νέων «εναλλακτικών» θέσεων εργασίας, που θα παρέχουν τόσο επαγγελματική ικανοποίηση όσο και καλύτερες αμοιβές και συνθήκες εργασίας.
Αυτή η εξέλιξη ίσως συνιστά αφορμή να ξανασκεφτούμε ότι η εργασία δεν είναι απλά και μόνο ένα μέσο για να χρηματοδοτούμε τις καταναλωτικές μας δαπάνες αλλά πρέπει να μας παρέχει ικανοποίηση, στόχους, προοπτικές εξέλιξης, διασφάλιση επαρκούς ελεύθερου χρόνου και, βέβαια, μία αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία με επαρκείς αμοιβές. Όλα αυτά με τη σειρά τους διασφαλίζουν ένα υψηλής στάθμης εκπαιδευμένο και έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, πού αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

