ΑρχικήΚΟΣΜΟΣΠώς η «Συμφωνία της Μέκκας» βάζει στο κάδρο Κίνα και ΗΠΑ

Πώς η «Συμφωνία της Μέκκας» βάζει στο κάδρο Κίνα και ΗΠΑ

Η «Συμφωνία της Μέκκας» δεν περνά απαρατήρητη από το Πεκίνο, που παρακολουθεί στενά τι μπορεί να σημαίνει για τον ρόλο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και για την ασφάλεια των δικών του εταίρων στην περιοχή.
Χωρίς να υπάρχει, για την ώρα, επίσημη τοποθέτηση, το Πεκίνο βλέπει τη Συμφωνία Τουρκίας, Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας ως το μέσο για να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο και λόγο στην άμυνά τους, διατηρώντας ταυτόχρονα τους δεσμούς τους με την Ουάσινγκτον.

Άλλωστε για την Σαουδική Αραβία κρίνονται απαραίτητοι, δεδομένου του ότι διατηρεί στο «οπλοστάσιό» της αμερικανικά όπλα.

Αναλυτές διαβάζουν με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις, εστιάζοντας κυρίως στο τι σημαίνει για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας και για τις σχέσεις του Πεκίνου με τους εταίρους του.

Πώς συνδέονται ΗΠΑ και Κίνα
Σε μία δεύτερη ανάγνωση, η Συμφωνία συνδέει τρεις χώρες που ανήκουν σε διαφορετικά «συστήματα» ασφαλείας.

Naftemporiki
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Χρηματιστήριο: Επιστροφή στον τόπο του «εγκλήματος» για την Πλαστικά Θράκης
Χρηματιστήριο: Επιστροφή στον τόπο του «εγκλήματος» για την Πλαστικά Θράκης
Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ (με ότι αυτό συνεπάγεται), η Σαουδική Αραβία διατηρεί στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, ενώ το Πακιστάν διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και στενή αμυντική σχέση με την Κίνα.

Οι εν λόγω συσχετισμοί καθιστούν τη Συμφωνία ιδιαίτερα σημαντική για το Πεκίνο, καθώς αγγίζει ταυτόχρονα τον Περσικό Κόλπο, τη Νότια Ασία και την Ερυθρά Θάλασσα, αλλά και χώρες με τις οποίες η Κίνα έχει σημαντικές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις.

Η αξιοπιστία των ΗΠΑ
Σε μία πρώτη αντίδραση αλλά όχι από θεσμικό πρόσωπο, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Τσίνγκουα Γιαν Ξουετόνγκ σε ανάλυσή του στο κινεζικό κρατικό πρακτορείο Xinhua, έθεσε στο επίκεντρο τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο οι χώρες της περιοχής μπορούν να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνά τους, χωρίς να χαλάσουν τις σχέσεις τους με την Ουάσινγκτον.

Αναλύσεις στον Guangming Daily και στο Qiushi κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, αν και δεν υιοθετούν την άποψη ότι οι ΗΠΑ υποχωρούν από την περιοχή.

Αντικατάσταση ή και νέοι παίκτες;
Μία άλλη πιο προσεκτική εκτίμηση από την Κίνα, είναι ότι η Συμφωνία δεν σηματοδοτεί την αντικατάσταση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Η Σαουδική Αραβία μπορεί και να διατηρεί τη σχέση της με την Ουάσινγκτον αλλά ταυτόχρονα να προσθέσει Τουρκία και Πακιστάν στο σύστημα ασφαλείας της.

Την ίδια στιγμή, κινεζικές αναλύσεις επισημαίνουν ότι οι τρεις χώρες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ σε προηγμένα οπλικά συστήματα, πληροφορίες και δορυφορική αναγνώριση.

Έτσι, το «σκηνικό» που διαμορφώνεται μοιάζει περισσότερο με πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Οι ΗΠΑ διατηρούν δυνατότητες που δύσκολα αντικαθίστανται, ενώ οι περιφερειακές δυνάμεις αναλαμβάνουν μεγαλύτερο ρόλο στον συντονισμό και την αποτροπή.

Γιατί η Τουρκία ενδιαφέρει την Κίνα
Η Τουρκία ξεχωρίζει ως η χώρα που μπορεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος μεταξύ διαφορετικών περιφερειακών συστημάτων ασφαλείας.

Ο Γκουο Μπινγκγιούν του Sichuan International Studies University επισημαίνει την εμπειρία της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τις επιχειρήσεις της στη Συρία και τη Λιβύη, την παρουσία της στον Κόλπο και την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής της βιομηχανίας.

Κατά την ανάλυση, η πιο στενή και βαθιά συνεργασία στον Κόλπο και τη Νότια Ασία θα μπορούσε να ενισχύσει τις τουρκικές συμπαραγωγές και τις τεχνολογικές συνεργασίες και να προσδώσει στην Άγκυρα μεγαλύτερο ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια.

Το πυρηνικό ζήτημα του Πακιστάν
Ως προς τον ρόλο του Πακιστάν, μία πυρηνική δύναμη το ερώτημα είναι κατά πόσο θα μπορούσε η Συμφωνία να αποκτήσει κάποια μορφή διευρυμένης πυρηνικής αποτροπής.

Κάτι που τα εμπλεκόμενα μέρη το έχουν διαψεύσει μέσω διαρροών. Γι αυτό τον λόγο οι κινεζικές αναλύσεις εμφανίζονται μέχρι στιγμής ιδιαίτερα προσεκτικές.

Το Xinhua, σε δεύτερη ανάλυσή του, δεν θεωρεί ότι το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν αποτελεί αυτόματα εγγύηση ασφαλείας για την Τουρκία ή τη Σαουδική Αραβία.

Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι το γεγονός πως τα τρία κράτη διαθέτουν διαφορετικά στρατιωτικά «οπλοστάσια» δημιουργεί πρόβλημα διαλειτουργικότητας.

Το Πακιστάν, για παράδειγμα, χρησιμοποιεί κινεζικά μαχητικά J-10CE, ενώ η Τουρκία ανήκει στο ΝΑΤΟ και έχει αναπτύξει σημαντική εγχώρια αμυντική βιομηχανία.

Οποιαδήποτε κοινή αμυντική δομή θα πρέπει, επομένως, να αντιμετωπίσει ζητήματα εξοπλισμού, επικοινωνιών, διοίκησης και στρατιωτικού δόγματος.

Το Πεκίνο κρατά αποστάσεις
Ένα δεύτερο κομμάτι που αντιμετωπίζει με μεγάλη προσοχή η Κίνα είναι ο χαρακτηρισμός της Συμφωνίας ως «Ισλαμικό ΝΑΤΟ».

Και αυτό γιατί κατά τον Κονγκ Ντετζούν, παλαιότεροι μηχανισμοί ισλαμικής συνεργασίας συχνά έμειναν σε επίπεδο πολιτικών διακηρύξεων.

Άλλωστε όλα βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο και δεν υπάρχει ακόμη κοινή διοίκηση, ανταλλαγή πληροφοριών και στρατιωτική ενίσχυση.

Αυτό είναι και το μεγάλο ερωτηματικό για το Πεκίνο.

Μια επίθεση από άλλο κράτος είναι σχετικά εύκολο να ενταχθεί στο πλαίσιο της Συμφωνίας. Τι γίνεται όμως σε περίπτωση επιθέσεων από τους Χούθι, καθώς το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών -όπως απεδείχθη στο παρελθόν- είναι πολύ πιο σύνθετο;

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2019, οι εγκαταστάσεις της Saudi Aramco σε Αμπκάικ και Χουράις (και οι δύο στη Σαουδική Αραβία) δέχθηκαν μαζική επίθεση με drones και πυραύλους. Οι Χούθι ανέλαβαν την ευθύνη, όμως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία κατηγόρησαν το Ιράν.

Αργότερα, ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ κατέληξε ότι οι Χούθι δεν είχαν εκτοξεύσει την επίθεση από περιοχές υπό τον έλεγχό τους, ενώ αμφισβήτησε και την εμβέλεια των όπλων που διέθεταν. Αντίστοιχα, στις 12 Ιουνίου 2019, επίθεση στο αεροδρόμιο Αμπχά (Σαουδική Αραβία) αποδόθηκε από το Ριάντ στους Χούθι με ιρανική υποστήριξη.

Άρα, σε μια μελλοντική επίθεση κατά της Σαουδικής Αραβίας, το κρίσιμο ερώτημα για τη Συμφωνία της Μέκκας θα είναι όχι μόνο αν πρόκειται για «επίθεση», αλλά ποιος ευθύνεται, από πού εκτοξεύθηκε και αν μπορεί να ενεργοποιηθεί η ρήτρα συλλογικής άμυνας.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι τον Ιανουάριο του 2026 ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι έκανε λόγο για την ανάγκη ανάπτυξης μιας «εταιρικής σχέσης ασφαλείας» μεταξύ Κίνας και ισλαμικών χωρών.

Πιο αναλυτικά, στις 26 Ιανουαρίου 2026 ο Γουάνγκ Γι συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας (OIC), Χισέιν Μπραχίμ Τάχα.

Ο Γουάνγκ Γι δήλωσε ότι η Κίνα και οι ισλαμικές χώρες συνδέονται με μια μακρά παράδοση φιλικών σχέσεων. Όπως ανέφερε, οι δύο πλευρές έχουν αντιμετωπίσει ιστορικά εθνικές δοκιμασίες και την υποβάθμιση των πολιτισμών τους, ενώ μοιράζονται κοινές επιδιώξεις και έχουν στηρίξει η μία την άλλη στην πορεία προς την εθνική απελευθέρωση.

Τόνισε, δε, ότι η Κίνα αποδίδει στρατηγική σημασία στην ανάπτυξη των σχέσεών της με τις ισλαμικές χώρες και τον OIC και πως είναι έτοιμη να συνεργαστεί με τις ισλαμικές χώρες και τον OIC για την ενίσχυση της πολιτικής αμοιβαίας εμπιστοσύνης, του στρατηγικού συντονισμού και της αλληλοϋποστήριξης, καθώς και για την εμβάθυνση της πρακτικής συνεργασίας, με στόχο μια κοινότητα με κοινό μέλλον για την ανθρωπότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, ανέπτυξε την ιδέα για τέσσερις μορφές εταιρικής σχέσης, μεταξύ των οποίων η εταιρική σχέση ασφαλείας, με στόχο την προώθηση πολιτικών λύσεων στα περιφερειακά ζητήματα και τις κρίσεις, την αντίθεση στην πολιτική ισχύος και τον εκφοβισμό και τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στη Μέση Ανατολή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

- Advertisment -
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ