Το πρόγραμμα του Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης στη Θεσσαλονίκη αρχίζει πλέον να παρουσιάζει τα πρώτα απτά αποτελέσματα, αποδεικνύοντας στην πράξη πως η κοινωνική κατοικία δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό σχήμα, αλλά μια εφικτή λύση. Με την ολοκλήρωση των ανακαινίσεων στα πρώτα κενά διαμερίσματα —ιδιοκτησίας νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου— και τη διάθεσή τους σε προσιτές τιμές για όσους έχουν ανάγκη, το εγχείρημα δημιουργεί ένα νέο μοντέλο διαχείρισης του οικιστικού αποθέματος.
Παρά την επιτυχία του προγράμματος, η υλοποίησή του συνοδεύεται από έντονη κριτική προς την κεντρική κυβέρνηση. Ενώ κυβερνητικά στελέχη επιχειρούν να οικειοποιηθούν το αποτέλεσμα, οι επικριτές υπενθυμίζουν πως η μέχρι τώρα πολιτική γραμμή κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Η ενίσχυση της κερδοσκοπίας μέσω της Golden Visa, η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης και η προώθηση της «κοινωνικής αντιπαροχής» με παραχώρηση δημόσιας γης σε ιδιώτες, συνθέτουν ένα σκηνικό που, σύμφωνα με στελέχη του Φορέα, επιδεινώνει τη στεγαστική κρίση αντί να τη λύνει.
Είναι χαρακτηριστικό πως η επιβίωση του εγχειρήματος αποδίδεται κυρίως στην επιμονή χαμηλόβαθμων διοικητικών υπαλλήλων. Αυτοί, παρά την υποστελέχωση και την περιορισμένη χρηματοδότηση, κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα της αποεμπορευματοποίησης της κατοικίας, την ίδια ώρα που η επίσημη πολιτεία φαινόταν να ευθυγραμμίζεται με τις απαιτήσεις των μεγάλων ιδιοκτητών για εξώσεις-εξπρές και αυστηρά πιστοποιητικά φερεγγυότητας.
Αν και τα 40 διαμερίσματα που ανακαινίστηκαν —και τα 80 που ακολουθούν— αποτελούν μικρό ποσοστό μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος, η πολιτική τους σημασία είναι αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού τους. Το πρόγραμμα αποδεικνύει ότι η μη κερδοσκοπική διαχείριση ακινήτων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, προσφέροντας μια διέξοδο από τη «ζούγκλα» της ελεύθερης αγοράς.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση προτείνει μια εναλλακτική λύση στην ενεργοποίηση των κλειστών ακινήτων. Αντί για νέες φοροαπαλλαγές σε ιδιώτες εκμισθωτές, προκρίνεται η υιοθέτηση αντικινήτρων για τη διατήρηση κενών κατοικιών, όπως ο «φόρος αδράνειας» που εφαρμόστηκε με επιτυχία στη Γαλλία. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση δημοτικών και συνεταιριστικών φορέων που θα αναλαμβάνουν την ανακαίνιση και μακροχρόνια διάθεση ακινήτων με κοινωνικά κριτήρια.
Για να μπορέσει αυτό το μοντέλο να επεκταθεί και να αντιμετωπίσει τη δριμύτερη στεγαστική κρίση που γνωρίζει η Ευρώπη, απαιτούνται βαθιές θεσμικές τομές. Η νομική κατοχύρωση των μη κερδοσκοπικών φορέων κοινωνικής μίσθωσης και η πλήρης απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη αποτελούν τα πρώτα αναγκαία βήματα.
Η κοινωνική κατοικία δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο της πολιτικής ατζέντας. Η απαίτηση για γενναίες δημόσιες επενδύσεις, η επιβολή πλαφόν στα ενοίκια και ο περιορισμός της ασυδοσίας των κερδοσκόπων είναι πλέον επιτακτική ανάγκη, καθώς η στέγη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αδιαπραγμάτευτο κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως πεδίο πλουτισμού για λίγους.

