ΑρχικήΗ ΑΛΛΗ (ΑΠ)ΟΨΗΌταν αντικρύζεις τη θέα του θανάτου…

Όταν αντικρύζεις τη θέα του θανάτου…

Η απόγνωση στα μάτια του, με τρόμαζε ίσως πιο πολύ και από το θέαμα. Και ξαφνικά σταμάτησε. Σταμάτησε να κουνιέται. Το αίμα έσταζε στο πάτωμα και είχε πλέον δημιουργήσει μια λίμνη. Από το στόμα του μέχρι κάτω, μπορούσες να διακρίνεις την διαδρομή, που έκανε το αίμα.

Κείμενο: Έλλη Δήμου

Πόσο εύκολο είναι για έναν σπουδαστή νοσηλευτικής, από την θεωρία να περάσει στην πράξη; Πόσο γρήγορα μπορεί να κυλήσει μια εξάμηνη πρακτική, χωρίς παράλληλα να βρεθεί κάτι, το οποίο θα τον στιγματίσει; Ναι! Θέλει «γερό στομάχι» ο κλάδος, όμως ο θάνατος, ο θάνατος ανθρώπων, που χάνονται μέσα από τα χέρια σου, συνηθίζεται ποτέ; Θα έρθει ποτέ εκείνη η στιγμή, που ένας επαγγελματίας υγείας, θα γυρίσει σπίτι και δε θα θυμάται πως κάποιος ξεψύχησε την ώρα, που ο ίδιος ήτανε από πάνω του;

Για σκέψου, η τελευταία πνοή κάποιου έφυγε, ενώ κοιτούσε εσένα; Το αντέχεις;
Στις 1 Ιουνίου ξεκίνησα την εξάμηνη πρακτική μου. Εξάμηνη πρακτική στο Νοσοκομείο του Αγίου Δημητρίου. Έφτασα το πρωί εκεί, αποκαρδιωμένη. Δεν έβρισκα τρόπο να εμψυχώσω τον εαυτό μου, να του πω «6 μήνες είναι θα περάσουν».

Η Διευθύνουσα του Νοσηλευτικού Προσωπικού μας φώναξε στο γραφείο της. Μας συστήθηκε, μας καλωσόρισε και μας εξήγησε λίγο-πολύ πως λειτουργεί το Νοσοκομείο. Έπειτα, μας ανακοίνωσε σε ποιο τμήμα θα πάει ο κάθε φοιτητής. Ακούω το όνομα μου. «Η Δήμου Έλλη θα πάει, θα πάει.. μμμ στην Παθολογική». Δεν χρειάστηκε να ακούσω τίποτα άλλο. Το απόλυτο κενό. Θα με έστελνε σε ένα από τα πιο δύσκολα τμήματα! Μα στην Παθολογική; Ηλικιωμένοι ασθενείς, ακαθαρσίες, θάνατοι.. πως θα περάσουν 6 μήνες Χριστέ μου;

Μάζεψα όσο κουράγιο μου έμεινε και ανέβηκα στο Τμήμα μου. Στο Τμήμα μου ε; Κάπως ωραίο ακούστηκε τότε στα αυτιά μου. Ανήκω κάπου. Σε μια ομάδα. Άνοιξα την πόρτα και προχώρησα κοιτώντας τα πάντα γύρω μου, προσεκτικά. Λες και από κάπου, επρόκειτο να πεταχτεί οτιδήποτε.

Μπήκα στην αίθουσα, όπου το προσωπικό ξεκουράζεται, όταν δεν υπάρχει δουλειά. Τότε αντίκρισα ένα τσούρμο γυναικών, που μιλούσανε, γελούσανε και πίνανε καφέ! Κοίτα να δεις σκέφτηκα, λες και δουλεύουν σε γραφείο και όχι σε Νοσοκομείο και δη σε Παθολογική, που μυρίζει, που είναι γεμάτη πάντα, που έχει τρέξιμο.. τι στο καλό; Την σκέψη μου διέκοψε η προϊσταμένη που μου φώναξε: «Καλωσόρισες κορίτσι μου!»

Και από το καλωσόρισες κορίτσι μου, έγινα με τον καιρό το «μωρό της», η «αγάπη της», κανονικό μέλος της ομάδας. Είχα πλέον τις δικές μου δουλείες, στηριζόντουσαν σε μένα Εγώ από την άλλη, περνούσα εκπληκτικά. Όταν δεν είχαμε δουλειά, κουβεντιάζαμε, πίναμε καφέ, γελούσαμε.

Μια παρόμοια μέρα, ήτανε και η χθεσινή. Είχαμε τελειώσει με τις πρωινές δουλειές και ετοιμάζαμε όλες τον καφέ μας, όταν η βοηθός της προϊσταμένης, μου ζήτησε να πάρω τα χάπια του 4 (σ.σ. θάλαμος) και να τα μοιράσω στους ασθενείς. Πήρα λοιπόν τα χάπια και πήγα στον θάλαμο. Εφόσον τα έδωσα στον κύριο του πρώτου κρεβατιού, μετακινήθηκα στον δεύτερο. «Κύριε, να πάρουμε λίγο τα χαπάκια μας;» του απηύθυνα. Όταν γύρισε το βλέμμα του, σχεδόν αναγκάστηκα να κλείσω τα μάτια μου. Ήτανε τόσο έντονα και διαπεραστικά κίτρινα τα δικά του, που δεν κατάφερνα να τον κοιτώ πάνω από μερικά δευτερόλεπτα.

Έπειτα μου κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Του έβαλα τα χάπια στο στόμα και του πρόσφερα λίγο νερό. Έφυγα για πρώτη φορά, πολύ βιάστηκα από έναν θάλαμο και γύρισα στις συναδέλφους. Θυμάμαι ρώτησα την διπλανή μου: «Ο κύριος στο τέσσερα δύο, τι έχει;» «Κύρωση του ήπατος Έλλη και μάλιστα σε τελικό στάδιο. Αυτή την στιγμή πονάει πάρα πολύ και δυστυχώς ο θάνατος του, θα είναι το ίδιο επίπονος. Συνήθως, οι ασθενείς με κύρωση πεθαίνουν από αιμορραγία»

Πέρασε η ώρα και η δουλειά με έκανε να ξεχάσω, ότι είχε προηγηθεί. Μέχρι που άκουσα φωνές και είδα ειδικευόμενους γιατρούς, να τρέχουν προς τον 4ο θάλαμο. «Τι είναι αυτό; Χριστέ μου, πρώτη φορά βλέπω κάτι τέτοιο», φώναξε ένας ειδικευόμενος. Η περιέργεια μου, δε με άφησε να μείνω μακριά. Πλησίασα και στάθηκα στην πόρτα του θαλάμου. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο γιατρός. Ο ασθενής αιμορραγούσε από μύτη και στόμα, ενώ ταυτόχρονα έκανε σπασμούς. Τα αίματα άρχισαν να γεμίζουν το κρεβάτι του και έπειτα το πάτωμα. Κανείς δε πρόλαβε να κάνει τίποτα-μεταξύ μας δεν υπήρχε γυρισμός-.

Ο άνθρωπος έχανε μεγάλη ποσότητα αίματος. Στην ουσία πνιγότανε από το ίδιο του το αίμα. Η απόγνωση στα μάτια του, με τρόμαζε ίσως πιο πολύ και από το θέαμα. Και ξαφνικά σταμάτησε. Σταμάτησε να κουνιέται. Το αίμα έσταζε στο πάτωμα και είχε πλέον δημιουργήσει μια λίμνη. Από το στόμα του μέχρι κάτω, μπορούσες να διακρίνεις την διαδρομή, που έκανε το αίμα.

Μου πήρε κάποια δευτερόλεπτα και να καταφέρω να κουνηθώ από την πόρτα και να πλησιάσω. Ο καρδιογράφος είχε πάρει την θέση του, δίπλα στο κρεβάτι και περιμέναμε να μας δώσει την λεγόμενη παύλα (σ.σ. μια ευθεία γραμμή, που σημαίνει πως η καρδιά σταμάτησε να χτυπά). Εγώ στεκόμουν από πάνω του, να παρακολουθώ τον καρδιογράφο. Πλησίασα λίγο πιο κοντά και τότε έκανε τον πρώτο μεταθανάτιο σπασμό. Τρόμαξα, πετάχτηκα πίσω και βγήκα από το δωμάτιο. Όποιον συναντούσα στον διάδρομο, είχε το ίδιο παγωμένο βλέμμα με το δικό μου.

Η παύλα ήρθε, όμως ο νεκρός δε μπορούσε να φύγει έτσι από το τμήμα. Έπρεπε να καθαριστεί. Όλο αυτό το αίμα που υπήρχε πάνω του και πάνω στο κρεβάτι, έπρεπε να φύγει, για να μπορέσει να κατέβει στο νεκροτομείο. Η βοηθός της προϊσταμένης βγήκε μπροστά και είπε: «θα πάω εγώ, χρειάζομαι άλλους τρεις». Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί, όμως αυτοπροτάθηκα. Ντύθηκα, φόρεσα διπλά γάντια, την μάσκα μου και μπήκα πάλι στον θάλαμο.

Το βλέμμα του νεκρού, ήτανε καρφωμένο στο ταβάνι. Η στάση του σώματος του, ήτανε λες και είχε δολοφονηθεί και τα αίματα που υπήρχαν, βοηθούσαν στο να δοθεί αυτή η εντύπωση. Και ξεκινήσαμε. Αμέτρητες γάζες, πολύ νερό και πάλι νερό. Σκίσαμε την μπλούζα του, τον γυρνούσαμε στα πλάγια και το αίμα έτρεχε πάλι από το στόμα του. Δεν είχε σταματημό. Μετά από λίγη η ώρα η μυρωδιά έγινε αφόρητη. Έντονη μυρωδιά σιδήρου, αίματος. Και ένα άψυχο σώμα στα χέρια μας, γεμάτο αίματα. Χρειάστηκε μιάμιση ώρα, για να τον ετοιμάσουμε και να φωνάξουμε τους τραυματιοφορείς.

Οι συγγενείς του είχανε καταφθάσει από ώρα. Επέμεναν από την αρχή να τον δουν, πριν πάει στο νεκροτομείο. Όμως αυτό δε γινόταν. Πως θα έβλεπαν τον άνθρωπο τους σε αυτή την κατάσταση; Με πολύ προσπάθεια, τους κρατήσαμε εκτός του τμήματος. Όταν οι τραυματιοφορείς ήρθαν όμως, αναπόφευκτα θα τον έβλεπαν φεύγοντας. Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και άκουσα μόνο την κραυγή της κόρης του. Τι πρέπει να κάνεις εκείνη την στιγμή; Να φύγεις; Να σταθείς εκεί, να συμπαρασταθείς, έστω με την παρουσία σου; Εγώ επέλεξα να σταθώ μακριά. Να σφίξω τα μάτια μου και να κρατηθώ από κάπου.

Το πιστοποιητικό θανάτου, ήταν έτοιμο. Εγώ έπρεπε να συνοδεύσω τους συγγενείς, να το σφραγίσουν και να πάρουν τον άνθρωπο τους. Σε όλη την διαδρομή, δεν τους μίλησα. Περπατούσα με σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς να τους κοιτάξω. Όταν πήρα τις σφραγίδες που χρειάζονταν, άπλωσα το χέρι τους το έδωσα, είπα απλά «Ζωή σε εσάς» και έφυγα. Τι έπρεπε να πω; Δε ξέρω γιατί αντέδρασα έτσι, όμως δεν ήξερα τι έπρεπε να πω.

Γύρισα πίσω στο τμήμα και κανείς δεν μιλούσε. Για την υπόλοιπη βάρδια, δεν γέλασε κανείς, δεν μίλησε κανείς. Σχολάσαμε και απλά φύγαμε.

Πόσο εύκολα συμβιβάζεσαι με αυτές τις εικόνες; Το συνηθίζεις ποτέ; Σταματάνε ποτέ να γυρνάνε μαζί σου σπίτι σου και να τρυπώνουν στο κρεβάτι και τα όνειρα σου; Και αν αυτό γίνει ποτέ, είναι φυσιολογικό; Είναι ανθρώπινο;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

- Advertisment -
- Advertisment -spot_img
- Advertisment -

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ