Ένα βιβλίο με διηγήματα που αντικατοπτρίζουν την κοινωνία της Θεσσαλονίκης, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς, τους φόβους και τις ελπίδες του σύγχρονου ανθρώπου κυκλοφόρησε εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις Γράφημα. Οι «Ροζ Παλ Ντάλιες» είναι το νέο βιβλίο του συγγραφέα Απόστολου Σπυράκη, το οποίο αποτελείται από 23 διηγήματα που γράφτηκαν σε διάστημα περίπου δέκα χρόνων.
Ο Απόστολος Σπυράκης γοητεύεται από τους μύθους και τη διαδικασία δημιουργίας τους και πάντα προσπαθεί να τους αποτυπώσει σε φόρμα σύντομη, ευελπιστώντας να συνεχίσει την παράδοση του σύντομου διηγήματος, δέσποζε κάποτε στην ελληνική λογοτεχνία και πλέον τείνει να χάσει τη θέση του εξαιτίας των σύγχρονων εκδοτικών αναγκών.
Με σπουδές στα Οικονομικά, πλέον εργάζεται ως καθηγητής αγγλικών στον ιδιωτικό τομέα. Έχει εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων («Το Φιλί», εκδ. Ιωλκός, 2011) ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και σε συλλογές («Αστυνομικές Ιστορίες», εκδ. 24 Γράμματα, 2020, «40 Αστυνομικές ιστορίες», εκδόσεις Λέμβος, 2022, «1821 Μέσα από τα μάτια σύγχρονων συγγραφέων», εκδ. 24 Γράμματα, 2022).
Για περισσότερο από μια δεκαετία είναι τακτικός συνεργάτης του ενημερωτικού site για το βιβλίο και το πολιτισμό diastixo.gr όπου δημοσιεύονται κριτικές, μεταφράσεις και διηγήματά του. Κριτικές του επίσης έχουν δημοσιευτεί σε μια σειρά από περιοδικά και για 7 χρόνια ήταν μέλος της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού Στίγμα Λόγου. Έχει συμμετάσχει σε ένα συλλογικό τόμο για τον φιλόσοφο Ρότζερ Σκρουτόν («Φωτίζοντας τον ελέφαντα στο δωμάτιο», εκδ. Παπαζήση, 2021) κι έχει εκδώσει ένα e-book με τον τίτλο «Η Κάθοδος των Δωριέων».
Οι «Ροζ Παλ Ντάλιες» είναι το δεύτερο βιβλίο του για το οποίο και μίλησε στο thesspress.gr.
«Ροζ Παλ Ντάλιες» είναι ο τίτλος ενός από τα 23 διηγήματα. Πώς επιλέξατε να είναι αυτός και ο τίτλος του βιβλίου; Σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για εσάς αυτή η ιστορία;
«Αρχικά το επέλεξα γιατί είναι πιασάρικο. Είναι ένα δυνατό διήγημα και θυμάμαι ότι όταν αρχικά είχε δημοσιευτεί στο «Διάστιχο», είχε αρέσει. Επίσης, όσοι από τους επιμελητές το διάβασαν, όταν ήταν να βγάλω το βιβλίο, μου είπαν ότι είναι πολύ καλό. Και επειδή άρεσε και σε φίλους μου λέω, ‘’εδώ είμαστε’’. Κι εμένα μου άρεσε οπότε νομίζω ήταν καλή επιλογή».

Αναφέρετε ότι επιδιώκετε να συνεχίσετε την παράδοση του σύγχρονου διηγήματος. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι επιρροές σας στη συγγραφή αυτού του είδους διηγημάτων;
«Βασικά ο Τσέχωφ είναι ο αγαπημένος μου όπως και διάφοροι Έλληνες συγγραφείς αλλά και βιβλία . Ας πούμε μου αρέσουν πολύ οι ‘’Παραδόσεις’’ του Νικολάου Πολίτη, που έχουν σύντομες ιστορίες, παραμύθια και διάφορα τέτοια σύντομα κείμενα, που ναι μεν έχουν μέσα τους σοφία, αλλά ταυτόχρονα έχουν δυνατό και το αφηγηματικό κομμάτι. Αυτό που ενδιαφέρει εμένα είναι ο μύθος στη σύντομη φόρμα του . Από Έλληνες επίσης μου αρέσει ο Γιώργος Ιωάννου, παλιότερα μου άρεσε κι ο Κώστας Ταχτσής. Έχουν γράψει ωραία και πετυχημένα βιβλία. Υπάρχουν και άλλοι ξένοι συγγραφείς που μου αρέσουν, ωστόσο την περίοδο που διάβασα τα διηγήματα του Τσέχωφ, είπα μέσα μου «αυτό θέλω να κάνω».
Για ποιό λόγο κατά τη γνώμη σας είναι σημαντικό τα σύντομα διηγήματα να διατηρήσουν τη θέση που κατείχαν στο παρελθόν;
«Αυτό που κατά κάποιο τρόπο ‘’μου την έχει δώσει’’ λίγο είναι αυτό που γίνεται με το μυθιστόρημα. Η εμπορευματοποίηση του μυθιστορήματος, γιατί πλέον οι εταιρείες, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, θέλουν ‘’fast food’’ βιβλία και όσο μεγαλύτερα είναι αυτά, τόσο το καλύτερο.
Θυμάμαι ας πούμε είχα δώσει το πρώτο μου βιβλίο στη γυναίκα που με κούρευε και μου λέει: ‘’τι είναι αυτό, γιατί κόβεται τόσο γρήγορα’’; Πλέον ο κόσμος δεν θέλει να σκέφτεται και πολύ. Θέλει το βιβλίο που διαβάζει να είναι όπως βλέπει ένα σήριαλ στην τηλεόραση και αποχαυνώνεται.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι μου αρέσει αυτή η φόρμα του σύντομου. Το σύντομο διήγημα πάντα έχει αξία. Δες ας πούμε τα παραμύθια του Άντερσεν, ή τα παραμύθια από τη Βόρεια Ευρώπη που έχουν αυτή τη σύντομη φόρμα. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου ένα βιβλίο να είναι ατελείωτο γιατί γίνεται κουραστικό. Κάποια από αυτά τα εμπορικά βιβλία είναι όντως πετυχημένα, όμως προτιμώ αυτή τη σύντομη φόρμα. Αν κάνουμε την αναγωγή στον αθλητισμό, θα ήμουν κατοστάρης, δεν θα ήμουν δρομέας μεγάλων αποστάσεων».
Τι χρειάζεται να γίνει για να αναθερμανθεί τον διαφέρον για αυτό το λογοτεχνικό είδος τόσο εκδοτικά όσο και από τους ίδιους τους αναγνώστες;
«Καταρχάς να βγαίνουν καλά βιβλία. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα θέμα, το καταλαβαίνεις κι εσύ, στην παραγωγή βιβλίων. Έχει πέσει πάρα πολύ το επίπεδο όπως και σε όλα τα πολιτιστικά προϊόντα. Βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία, είναι πλέον εύκολο. Πάρα πολλές αυτοεκδόσεις, πάρα πολλές πληρωμένες εκδόσεις και ο κόσμος τα έχει χάσει. Δεν υπάρχουν πολλές απαιτήσεις, η κριτική έχει πέσει και είναι συνήθως εγκωμιαστική, το οποίο δεν βοηθάει πάντα. Θα ήθελα και εγώ όσο μπορώ και εγώ να συμβάλλω να βελτιωθεί αυτή η ποιότητα μέσα από τη δική μου προσπάθεια».

Πώς αντλήσατε έμπνευση για τα διηγήματα αυτά και πώς ήταν η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου;
« Είχα πολλά ερεθίσματα για παράδειγμα έχω αντλήσει έμπνευση από κάποια σήριαλ. Μου αρέσουν πάρα πολύ, παρακολουθώ πολλά απ αυτά κι έχω πάρει πάρα πολλές ιδέες. Για μένα είναι η σύγχρονη μυθολογία. Πάντα με ενδιαφέρει η μυθολογία και ο τρόπος που αποτυπώνονταν παλιά στα βιβλία ή στην προφορική παράδοση η οποία πλέον περνάει μέσα από την τηλεόραση, μέσα από τις σειρές του Netflix, αυτού του είδους τη μυθοπλασία. Επίσης μ’ ενδιαφέρουν και οι διεθνείς τάσεις, το τι γίνεται στο εξωτερικό, τα ντοκιμαντέρ, οπότε πήρα κι από εκεί πολλές εμπνεύσεις.
Έμπνευση μου δίνουν και τα προσωπικά μου βιώματα. Μια κατάσταση που ζω, που θέλω να την εκφράσω, πράγματα που έζησα, εμπειρίες, μία φράση σ’ ένα βιβλίο που μου έκανε εντύπωση, μια ιστορία στην οποία βρήκα κάτι δικό μου και θέλησα να την αποδώσω με τον δικό μου τρόπο, όλα αυτά μου δίνουν έμπνευση».
Η Θεσσαλονίκη του σήμερα σας εμπνέει για να γράψετε τέτοιες ιστορίες;
«Η αλήθεια είναι ότι από ένα σημείο και μετά ένιωσα ότι αυτή η πόλη ότι είχε να μου δώσει μου το έδωσε, ότι άδειασε. Όμως επειδή συνεχίζω να μένω εδώ και προς το παρόν δεν έχω εναλλακτική, ήμουν αναγκασμένος να συνεχίσω να ψάχνω έμπνευση σε αυτή την πόλη.
Και πώς θα το βρεις αυτό; Ψάχνοντας περισσότερο την ιστορία της που έχει πολύ ενδιαφέρον. Ένα άλλο σημαντικό πράγμα είναι οι αναμνήσεις. Έχω ζήσει πάνω από 30 χρόνια στη Θεσσαλονίκη και κάποια σημεία μου θυμίζουν πράγματα του παρελθόντος, πως εξελίχθηκαν, πόσο άλλαξαν, όλα αυτά είναι εμπνεύσεις».
Τι ιδιαίτερο θα λέγατε ότι κομίζουν τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Ροζ Παλ Ντάλιες»;
«Νομίζω ότι το τα διηγήματά μου είναι μια σύγχρονη πρόταση πάνω στην αφήγηση. Θεωρώ ότι καλύπτουν ένα κενό ανάμεσα σε αυτό που λέμε πολύ κουλτουριάρικο και δύσκολο κείμενο, το οποίο διαβάζουν λίγοι και στο πολύ απλό των fast food βιβλίων των μεγάλων εκδοτικών οίκων που διαβάζουν πολλοί. Νομίζω ότι είμαι κάπου στη μέση. Θέλω τα διηγήματά μου να είναι ποιοτικά, αλλά και προσιτά στον απλό αναγνώστη και για αυτό νομίζω ότι αξίζει να διαβαστούν».

