Ο παιδοψυχίατρος και συγγραφέας Γιάννης Καστρίτης μιλά για το βιβλίο του «Αθήνα 2222».
Ο σημερινός κόσμος είναι πιο διασυνδεδεμένος από ποτέ, ωστόσο η μοναξιά και η δυσκολία στην ανθρώπινη επαφή μοιάζουν να προβληματίζουν ανθρώπους όλων των ηλικιών. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας δεν συμβαδίζει με το ρυθμό κατανόησης και αφομοίωσής της από τον άνθρωπο, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η συνθήκη αυτή για πολλούς να γεννά ανασφάλεια για το μέλλον, δημιουργώντας δυστοπικά οράματα.
Σε ένα πολύ ωραίο ενδιαφέρον μυθιστόρημα με στοιχεία ρομαντικά, κοινωνικά, αλλά και από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας, ο συγγραφέας Γιάννης Καστρίτης καταπιάνεται με σύνθετα ζητήματα όπως η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και η χρήση της τεχνολογίας και θέτει ηθικά ερωτήματα χωρίς να πέσει στην παγίδα του να κάνει κήρυγμα.
Το μυθιστόρημα «Αθήνα 2222» απευθύνεται κατά πρώτο λόγο σε ένα εφηβικό και νεανικό κοινό, τη γενιά που λατρεύει τις δυστοπίες και έχει εξοικειωθεί μαζί τους χάρη σε δημοφιλείς σειρές και ταινίες, αν και θα ενδιέφερε οποιοδήποτε άτομο με ανησυχίες. Ο τόνος του έργου παραμένει ανάλαφρος παρά τα σκοτεινά στοιχεία της κοινωνίας που περιγράφει και αποφεύγει τα κλισέ των χολυγουντιανών επιτυχιών.

Η Δανάη, ένα νεαρό μέλος της κάστας των νεοαριστοκρατών, που ζει σε υπερσύγχρονες υπέργειες πόλεις-μανιτάρια φτιαγμένες από αντιβαρυτικά υλικά, κατεβαίνει στην Αθήνα, στον λεγόμενο «Κάτω Κόσμο», για να μελετήσει την επίδραση της νέας τεχνολογικής θρησκείας σε ανθρώπους κατώτερης νοημοσύνης.
Μετά από μια πλανητική οικολογική καταστροφή, η πόλη αυτή έχει μετατραπεί σε ένα είδος τεράστιας αποθήκης για ανθρώπινες υπάρξεις. Εκεί συναντάει τον Ερμή, έναν φοιτητή τεχνοπρογραμματισμού. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο του, παλεύει να δημιουργήσει ένα βιντεοπαιχνίδι μήπως και αφυπνίσει τους αφοσιωμένους στην ξέφρενη κατανάλωση συμπολίτες του. Εμπνέεται από τους γραφικούς φίλους του, που έχουν αποσυρθεί στην έρημο απαρνούμενοι τον υπερμοντέρνο πολιτισμό. Η Δανάη από την πλευρά της ακολουθεί την περιέργειά της και ανακαλύπτει με φρίκη τον λόγο που ο πληθυσμός του «Κάτω Κόσμου», παραμένει χρήσιμος για τους άρχοντες των Μανιταριών.
Όταν οι δύο νέοι ερωτεύονται, τα πράγματα περιπλέκονται κι αυτό συμβαίνει ταυτόχρονα με μια σειρά γεγονότων που θα οδηγήσουν σε ευθεία σύγκρουση τους δύο αντίθετους κόσμους τους. Ο καθένας τους θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες, στην προσπάθειά τους να ενηλικιωθούν πραγματικά και να βιώσουν την ελευθερία, παρά τις αντίξοες συνθήκες.
Ο Γιάννης Καστρίτης είναι παιδοψυχίατρος και συγγραφέας. Μεγάλωσε στο Δίστομο και σπούδασε στην Ιατρική σχολή της Αθήνας. Μετά την αποφοίτησή του, αποφάσισε να καταρτιστεί στον τομέα του στην Ελβετία. Απέκτησε τον τίτλο της ειδικότητας στα Πανεπιστημιακά νοσοκομεία της Λωζάνης και της Γενεύης όπου διετέλεσε επιμελητής.

Από το 2018 κι έπειτα, ιδιωτεύει στη Γενεύη όπου εξασκεί την παιγνιοθεραπεία για παιδιά και τη διαπροσωπική θεραπεία για εφήβους και γονείς. Τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι εφαρμογές του παιχνιδιού και των δημιουργικών τεχνών στη θεραπεία και την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Διατηρώντας μια συνεχή ενασχόληση με παιδαγωγικά ζητήματα, συμμετέχει ενεργά στο εγχείρημα της δημιουργίας ενός πρότυπου δημοκρατικού σχολείου (Ataxia School) στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Διηγήματα και παραμύθια του έχουν εκδοθεί σε συλλογικούς τόμους από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους. Σε κάθε ευκαιρία, εξασκεί το πάθος του να ταξιδεύει κι έχει κάνει πολλές φορές τον γύρο του κόσμου. Οι άμεσες εμπειρίες από τα ταξίδια του και οι έμμεσες, από το γραφείο της ψυχοθεραπείας, εμπνέουν τη γραφή του. Το τελευταίο διάστημα καταπιάνεται με σύγχρονα κοινωνικά θέματα, όπως η σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία και άλλα ζητήματα βιοηθικής.
Μιλώντας στο thesspress.gr, ο Γιάννης Καστρίτης αναφέρθηκε στα ζητήματα αυτά, μέσα από τον τρόπο που τα προσέγγισε γράφοντας το μυθιστόρημα «Αθήνα 2222».
-Πώς σου ήρθε η ιδέα να γράψεις ένα τέτοιο βιβλίο;
Δύσκολη ερώτηση… Η αλήθεια είναι ότι η εποχή μας δεν με εμπνέει πάντα, οπότε προτίμησα να τοποθετήσω τη δράση του μυθιστορήματος στο μακρινό μέλλον. Η κεντρική ιδέα που με ώθησε να το γράψω: πώς θα εξελισσόταν η κοινωνία μας σε δύο αιώνες από σήμερα αν αφήναμε ορισμένες τωρινές τάσεις της ανεξέλεγκτες;
Αυτή ήταν η αρχική έμπνευση βέβαια, στην πορεία οι ήρωες κινούνται σε ένα περιβάλλον διαφορετικό από το δικό μας και αποκτούν τη δική τους υπόσταση και τις δικές τους ανάγκες. Η επιστημονική φαντασία -σ’ αυτό το είδος κατατάσσεται το βιβλίο- μπολιάζεται λοιπόν με κοινωνικά και ρομαντικά στοιχεία.
-Σε ποιο κοινό πιστεύεις ότι απευθύνεται το βιβλίο σου;
Νομίζω απευθύνεται σε νέους κάθε ηλικίας και σε ανθρώπους με κριτική σκέψη γενικότερα… Σκοπός του «Αθήνα 2222» είναι να προβληματίσει και να ευαισθητοποιήσει, αποφεύγοντας μια λογική μανιχαϊστικού τύπου και προσκαλώντας τον αναγνώστη να στοχαστεί, χωρίς να δίνει έτοιμες απαντήσεις.
-Στο βιβλίο «Αθήνα 2222» θίγεις διάφορα κοινωνικά θέματα που σχετίζονται τόσο με την αλληλεπίδραση των ρομπότ και της τεχνητής νοημοσύνης με τους ανθρώπους, αλλά και τον τρόπο που οι άνθρωποι αφομοιώνουν αυτές τις τεχνολογικές εξελίξεις. Πόσο πιθανό βλέπεις τα πράγματα για την ανθρωπότητα να παίρνουν μία τροπή ανάλογη με αυτή που περιγράφεις στο βιβλίο σου;
Το «Αθήνα 2222» είναι στην ουσία μια πρόβλεψη που δεν θέλει να επιβεβαιωθεί. Κατά τη γνώμη μου, όσο περισσότερο ενημερωνόμαστε για τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που επιφυλάσσουν οι νέες τεχνολογίες, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες εγκατάστασης ενός δυστοπικού μέλλοντος. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, η πορεία των πραγμάτων θα γίνει σίγουρα πιο ξεκάθαρη.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο πάντως είναι ότι, για την ώρα, η πορεία των ερευνών και των εφαρμογών τους καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από λίγες εταιρείες, οι οποίες αποκτούν εκ των πραγμάτων τεράστια δύναμη και εξασκούν αθόρυβη επίδραση στην καθημερινότητά μας. Είμαι πεπεισμένος ότι δεν θα μας προλάβουν οι εξελίξεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει ανοιχτός διάλογος και δημοκρατικός έλεγχος επί των ζητημάτων αυτών. Αυτή είναι και η μαγιά του βιβλίου: παρά τα σκοτεινά στοιχεία του φουτουριστικού περιβάλλοντος της μακρινής Αθήνας, ο καθένας θα βρει και τα συστατικά μιας δυνητικής «ευτοπίας». Γιατί, σε τελική ανάλυση, οποιαδήποτε τεχνολογία, όσο προηγμένη και να είναι, φτιάχνεται από ανθρώπους και είναι, σε μεγάλο βαθμό, κατ’ εκόνα και καθ’ ομοίωσίν τους. Διέπεται έτσι, αναπόφευκτα, από αμέτρητες αντιφάσεις, πλάνες και συγκρούσεις, αλλά και από ενθουσιασμό κι ελπίδα.
-Πόσο υγιές είναι κατά τη γνώμη σου τα νέα παιδιά να εκτονώνουν την ενέργεια και την επαναστατικότητά τους μέσα από τα παιχνίδια και τις πλατφόρμες;
Τα παιχνίδια και οι πλατφόρμες δεν είναι απαραίτητα το πρόβλημα, αν και μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ πραγματικής και ψηφιακής ζωής παραμένει το ζητούμενο (αυτό αφορά και τους ενήλικους δυστυχώς). Θα ήθελα να εστιάσω στο γεγονός ότι, όπως λειτουργεί το όλο σύστημα, όσο περισσότερο εθιστεί ένας νέος σε ένα βιντεοπαιχνίδι, τόσο πιο κερδοφόρα θα είναι η πλατφόρμα στο τέλος της ημέρας. Το στήσιμο του παιχνιδιού, κατά συνέπεια, δεν είναι προς το συμφέρον του παίχτη αλλά λειτουργεί κάπως σαν το τραγούδι των Σειρήνων, όντας μαυλιστικό και δυνάμει επικίνδυνο. Δεν ξέρω πολλά δημοφιλή παιχνίδια που έχουν δημιουργηθεί για να βοηθήσουν τα νέα παιδιά να συνεργάζονται και να είναι αλληλέγγυα μεταξύ τους για παράδειγμα. Με προβληματίζει επίσης η εύκολη χρήση βίας που δημιουργεί αρνητικά πρότυπα συμπεριφοράς.
-Ο έρωτας είναι ένα από τα θέματα που πραγματεύεσαι στο μυθιστόρημά σου, θίγοντας την επίδραση της τεχνολογίας σε αυτόν. Στην πραγματική ζωή, σε ανησυχεί ο τρόπος που η τεχνολογία και οι εφαρμογές της επηρεάζουν τον τρόπο που οι νέοι προσεγγίζουν τον έρωτα σήμερα;
Φαντάζομαι αναφέρεσαι στη σχέση του Ερμή, ενός ήρωα του βιβλίου, με ένα ολόγραμμα στα αρχικά κεφάλαια… Ναι, αυτό είναι ένα κακέκτυπο του έρωτα κατά κάποιον τρόπο. Παραμένω αισιόδοξος, παρ’ όλα αυτά, και πιστεύω ότι ο πραγματικός έρωτας θα βρίσκει πάντοτε τον τρόπο για να εκφραστεί και να πραγματωθεί, αφού αντιπροσωπεύει μια βαθιά κι άσβεστη ανθρώπινη ανάγκη. Γνωρίζω ζευγάρια που έχουν παραμείνει για χρόνια μαζί, έχουν μάλιστα και παιδιά, αν και ήρθαν αρχικά σε επαφή μέσα από σάιτ γνωριμιών.
-Είναι τελικά κατά τη γνώμη σου η δυστοπία το μέλλον που επιφυλάσσει η ανθρωπότητα για τον εαυτό της;
Είναι, νομίζω, ο κυρίαρχος τρόπος που η ανθρωπότητα προβάλλει τον εαυτό της στο μέλλον της στην εποχή μας. Μετά από τουλάχιστον έναν αιώνα απανωτών διαψεύσεων του ιδανικού της προόδου και ερχόμενη αντιμέτωπη με τα όριά της (βλέπε κλιματική αλλαγή), της είναι πιο εύκολο να φανταστεί το τέλος της ή την αμαχητί υποδούλωσή της στην τεχνολογία παρά κάποια θετική εξέλιξη. Δουλειά της γενιάς μας και των γενιών που έρχονται, είναι να της ξαναδώσουμε προοδευτικά τη χαμένη της αυτοπεποίθηση και να την βοηθήσουμε να στηριχτεί σε νέες βάσεις, μακριά από κάθε λογής αυταπάτες.


