Σημαντικό έλλειμμα στην προστασία των ηλεκτρονικών συσκευών εντός του οικογενειακού ιστού αποκαλύπτει νέα διεθνής έρευνα της Kaspersky, η οποία φέρνει στο φως ανησυχητικά δεδομένα για τις συνήθειες των χρηστών. Παρότι η ψηφιακή ασφάλεια αποτελεί θέμα συζήτησης για σχεδόν τις μισές οικογένειες, η θεωρία απέχει σημαντικά από την πράξη. Συγκεκριμένα, ενώ το 47% των ερωτηθέντων συζητά τακτικά για τους κινδύνους του διαδικτύου, μόλις το 33% προχωρά στην εγκατάσταση εξειδικευμένων λύσεων προστασίας στο σύνολο των οικιακών συσκευών. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για την ανάδειξη ενός υπευθύνου ψηφιακής διαχείρισης σε κάθε σπίτι, ο οποίος θα θωρακίζει την καθημερινή πλοήγηση των υπόλοιπων μελών.
Καθώς οι διαδικτυακές απειλές εξελίσσονται με ταχύτατους ρυθμούς και τα παιδιά αποκτούν πρόσβαση στον ψηφιακό κόσμο από όλο και μικρότερη ηλικία, η ανάγκη για έναν εσωτερικό διαχειριστή γίνεται επιτακτική. Ο ρόλος αυτού του ατόμου περιλαμβάνει τη διαχείριση των συνδρομών, τη ρύθμιση των νέων συσκευών και την εφαρμογή κανόνων ασφαλείας. Η έρευνα δείχνει ότι πολλές οικογένειες επιλέγουν μια κυρίως εκπαιδευτική προσέγγιση, καθώς το 47% ενημερώνει συστηματικά τους ηλικιωμένους συγγενείς και τα παιδιά για τις ορθές πρακτικές πλοήγησης. Επιπλέον, το 45% ενθαρρύνει τη χρήση εργαλείων διαχείρισης κωδικών πρόσβασης, το 42% προωθεί την ταυτοποίηση πολλαπλών παραγόντων και ένα αντίστοιχο 42% προχωρά σε ενεργή προσαρμογή των ρυθμίσεων απορρήτου στους online λογαριασμούς.
Το χάσμα των γενεών και η χρήση του γονικού ελέγχου
Παρά τη γενικότερη ευαισθητοποίηση, η πραγματική θωράκιση των συσκευών παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις ανάλογα με την ηλικία των χρηστών. Ένα 10% του συνολικού δείγματος παραδέχεται ότι δεν λαμβάνει απολύτως κανένα μέτρο προστασίας για τους οικείους του, με το ποσοστό αυτό να εκτοξεύεται στο 21% όταν εξετάζονται οι χρήστες άνω των 55 ετών. Στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, η συμμετοχή στις κοινές οικογενειακές πρακτικές ασφαλείας είναι ιδιαίτερα χαμηλή, καθώς μόλις το 24% εγκαθιστά προγράμματα προστασίας για τα υπόλοιπα μέλη. Αντίθετα, η πιο δημοφιλής πρακτική για τους μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες παραμένει η παρότρυνση για χρήση εφαρμογών διαχείρισης κωδικών, σε ποσοστό που αγγίζει το 40%.
Στον αντίποδα, οι οικογένειες με ανήλικα παιδιά κάτω των 18 ετών δείχνουν να εμπιστεύονται σημαντικά τα τεχνολογικά εργαλεία επίβλεψης. Το 67% αυτών των νοικοκυριών χρησιμοποιεί εφαρμογές γονικού ελέγχου για να παρακολουθεί και να προστατεύει τις δραστηριότητες των παιδιών. Οι λύσεις αυτές βοηθούν στον περιορισμό της πρόσβασης σε ακατάλληλο περιεχόμενο, επιτρέπουν τη διαχείριση του χρόνου που δαπανάται μπροστά από τις οθόνες και ενισχύουν ακόμη και τη φυσική ασφάλεια των παιδιών μέσω της παρακολούθησης της γεωγραφικής τους τοποθεσίας.
Η σημασία της αρχικής ρύθμισης των συσκευών
Ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα ευρήματα της έρευνας αφορά τη διαδικασία παραμετροποίησης των νέων συσκευών. Μόνο το 30% των ερωτηθέντων αναλαμβάνει να ρυθμίσει σωστά μια νέα συσκευή προτού την παραδώσει σε κάποιο μέλος της οικογένειας. Αν και η πλειονότητα των χρηστών δεν συνδέει αυτή τη διαδικασία με την κυβερνοασφάλεια, οι ειδικοί της Kaspersky προειδοποιούν ότι η ορθή διαμόρφωση από την πρώτη ημέρα είναι κρίσιμης σημασίας. Η άμεση εγκατάσταση λογισμικού ασφαλείας επιτρέπει τον εντοπισμό κρυφών απειλών, ενώ η προσεκτική αναθεώρηση των ρυθμίσεων απορρήτου διασφαλίζει ότι οι εφαρμογές δεν θα έχουν πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.
Η Marina Titova, Αντιπρόεδρος Consumer Business της Kaspersky, επεσήμανε ότι κάθε νέα συσκευή και κάθε επιπλέον ώρα παραμονής στο διαδίκτυο αυξάνουν τα πιθανά σημεία επίθεσης για τους κυβερνοεγκληματίες. Καθώς οι διαφορετικές γενιές δεν προσαρμόζονται με τον ίδιο ρυθμό στις τεχνολογικές εξελίξεις, κρίνεται αναγκαία μια ενιαία και συνολική προσέγγιση ασφάλειας που θα καλύπτει εξίσου τους υπολογιστές, τα tablet και τα έξυπνα τηλέφωνα, διαμορφώνοντας ένα προστατευμένο ψηφιακό περιβάλλον για όλη την οικογένεια.

