Μια ομάδα επιστημόνων στη Βρετανία εργάζεται για να κατανοήσει πώς η εκτόξευση τεράστιων ποσοτήτων από πολύ λεπτά σταγονίδια θαλασσινού νερού ψηλά στον ουρανό θα μπορούσε να κάνει τα σύννεφα πιο φωτεινά ώστε να ανακλούν περισσότερο ηλιακό φως πίσω στο Διάστημα και να βοηθούν στη μείωση της θερμοκρασίας σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη καθώς αυξάνονται οι παγκόσμιες θερμοκρασίες.
Αν πετύχει αυτή η ιδέα που είναι γνωστή ως «ενίσχυση της φωτεινότητας των θαλάσσιων νεφών» θα μπορούσε κάποια μέρα να συμβάλει στην προστασία ευαίσθητων οικοσυστημάτων όπως ο Μεγάλος Κοραλλιογενής Ύφαλος στην Αυστραλία από ακραία κύματα καύσωνα.
Στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ ερευνητική ομάδα υπό τον καθηγητή Χιου Κόε πραγματοποιεί πειράματα μέσα σε έναν τριώροφο θάλαμο νεφών από ανοξείδωτο χάλυβα. Εκεί εξετάζουν αν τα νέφη από θαλασσινό νερό μπορούν πράγματι να αυξήσουν την ανακλαστικότητα των νεφών με πιθανές δοκιμές σε πραγματικές συνθήκες να εξετάζονται για το 2028. Σύμφωνα με τον Κόε οι επιστήμονες έχουν ήδη ισχυρές ενδείξεις ότι η φυσική του φαινομένου λειτουργεί.
Η έρευνα εντάσσεται στο πρόγραμμα REFLECT το οποίο χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Προηγμένης Έρευνας και Καινοτομίας (ARIA) μέσω του προγράμματος Exploring Climate Cooling. Πρόκειται για μία από τις 22 πρωτοβουλίες γεωμηχανικής που χρηματοδοτούνται συνολικά με 60 εκατομμύρια ευρώ.
Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη επιστημονική βάση δεδομένων που θα επιτρέψει να αξιολογηθεί αν τέτοιες τεχνικές ψύξης του κλίματος μπορούν να λειτουργήσουν, να είναι ρυθμιζόμενες και να είναι ασφαλείς. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν πάντως ότι η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου παραμένει απολύτως απαραίτητη.
Το κενό
Όπως δήλωσε ο Μαρκ Σάιμς από την ARIA η απανθρακοποίηση είναι η μόνη βιώσιμη λύση για την κλιματική κρίση αλλά δεν προχωρά αρκετά γρήγορα ώστε να προστατεύσει πολλές περιοχές από τις χειρότερες επιπτώσεις της υπερθέρμανσης. Τόνισε επίσης ότι η έλλειψη αντικειμενικών δεδομένων έχει μπλοκάρει τη συζήτηση γύρω από τις τεχνικές ψύξης του κλίματος και ότι το πρόγραμμα στοχεύει να καλύψει αυτό το κενό.
Το ενδιαφέρον για τέτοιες προσωρινές λύσεις αυξάνεται τόσο λόγω της επείγουσας ανάγκης αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής όσο και λόγω των πιθανών οικονομικών οφελών. Ήδη εταιρείες με επενδυτική χρηματοδότηση δραστηριοποιούνται στον χώρο, ο οποίος όμως δεν διαθέτει ακόμη σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η ομάδα του REFLECT μελετά αυτή τη στιγμή τη συμπεριφορά των σταγονιδίων στον θάλαμο νεφών, αναπτύσσει ειδικούς ψεκαστήρες και χρησιμοποιεί υπολογιστικά μοντέλα ενώ παράλληλα ξεκινά επαφές με τοπικές κοινότητες που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν μελλοντικές δοκιμές. Δεν έχει επιλεγεί ακόμη κάποια τοποθεσία και δεν προβλέπονται εξωτερικά πειράματα πριν το 2028.
Ακόμη και τότε οποιαδήποτε δοκιμή θα πρέπει να περάσει αυστηρούς ελέγχους ασφάλειας και ανεξάρτητη αξιολόγηση. Οι αρχικές δοκιμές θα είναι μικρής κλίμακας, χρονικά περιορισμένες και θα χρησιμοποιούν μόνο θαλασσινό νερό προσομοιώνοντας φυσικές διαδικασίες θαλάσσιου ψεκασμού. Τα αποτελέσματα αναμένεται να διαλύονται μέσα σε 24 ώρες.
Ο τελικός στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα υπεύθυνο και διαφανές πλαίσιο αξιολόγησης για το αν τέτοιες τεχνικές μπορούν να συμβάλουν στη διαχείριση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, με αποφάσεις που θα βασίζονται σε αυστηρά επιστημονικά δεδομένα.
Naftemporiki.gr

