Στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης επανέρχεται με δριμύτητα η στεγαστική κρίση, με την Ένωση Ενοικιαστών και Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης να παρεμβαίνει δυναμικά στη δημόσια διαβούλευση για το νομοσχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής για τη Στεγαστική Πολιτική.
Με μια σκληρή ανακοίνωση, η Ένωση αναδεικνύει την ανάγκη για άμεση επιβολή ανώτατων ορίων στα μισθώματα και πάταξη της αισχροκέρδειας στην κτηματαγορά, εξαπολύοντας παράλληλα πυρά κατά της κυβέρνησης για τη δέσμευσή της προς την ΠΟΜΙΔΑ να αποκλείσει κάθε έλεγχο στις τιμές, γεγονός που, όπως καταγγέλλεται, αφήνει απροστάτευτα χιλιάδες νοικοκυριά.
Το ζήτημα του ελέγχου των τιμών αναζωπυρώθηκε κατά τη διαδικασία της διαβούλευσης, όπου η αρχική διατύπωση του νομοσχεδίου προέβλεπε τη δημιουργία ενός εθνικού δείκτη τιμών και ενοικίων, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εργαλείο για τον καθορισμό ανώτατων μισθωμάτων, κυρίως σε ακίνητα χαμηλής ποιότητας και ενεργειακής απόδοσης.
Ωστόσο, η άμεση αντίδραση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ) οδήγησε, σύμφωνα με την Ένωση Ενοικιαστών, σε κυβερνητική υπαναχώρηση και στην κατηγορηματική υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να εφαρμοστεί κανένας έλεγχος. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συλλογικοτήτων των ενοικιαστών, οι οποίες κατηγορούν την ΠΟΜΙΔΑ ότι λειτουργεί ως προνομιακός συνομιλητής της εξουσίας εκπροσωπώντας τα συμφέροντα των μεγάλων εκμισθωτών που κερδοσκοπούν, και όχι των μικρών ιδιοκτητών.
Απαντώντας στα επιχειρήματα των μεσιτών και των ιδιοκτητών, η Ένωση Ενοικιαστών Θεσσαλονίκης χαρακτηρίζει ως ατεκμηρίωτους μύθους τις προειδοποιήσεις ότι το πλαφόν θα οδηγήσει σε εγκατάλειψη της συντήρησης των σπιτιών ή σε απόσυρση ακινήτων από την αγορά.
Όπως επισημαίνουν, ακόμη και σήμερα που τα ενοίκια βρίσκονται στα ύψη, η πλειοψηφία των ενοικιαστών διαμένει σε κατοικίες με σοβαρές φθορές και προβλήματα υγρασίας, ενώ τρία στα τέσσερα σπίτια δεν έχουν ανακαινιστεί ποτέ, γεγονός που μαρτυρά έλλειψη κανόνων κατοικησιμότητας και όχι έλλειψη ρευστότητας.
Επιπλέον, τονίζουν ότι η απουσία ρύθμισης δεν εμπόδισε τους ιδιοκτήτες να κρατούν κλειστά χιλιάδες ακίνητα, την ώρα που οι νέες κατασκευές στρέφονται αποκλειστικά σε πολυτελείς κατοικίες για διεθνείς επενδυτές και για την τουριστική αγορά.
Η διεθνής εμπειρία, σύμφωνα με το κείμενο της παρέμβασης, καταρρίπτει την κινδυνολογία περί καταστροφής των επενδύσεων, καθώς 16 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζουν ήδη κάποιου είδους περιορισμό στα μισθώματα. Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα παραδείγματα της Αυστρίας, της Δανίας και της Σουηδίας με τα συστήματα αναφοράς τιμών, της Ολλανδίας με τη βαθμολόγηση ακινήτων βάσει αντικειμενικής αξίας, καθώς και το περίφημο γερμανικό σύστημα «φρένου στα ενοίκια» (Mietpreisbremse).
Αντίστοιχα μέτρα περιορισμού των αυξήσεων εφαρμόζουν η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία, οι οποίες παράλληλα επιβάλλουν Φόρο Αδράνειας στα αδικαιολόγητα κλειστά σπίτια, ενώ συστήματα ελέγχου υφίστανται και στο Λουξεμβούργο και την Ιταλία. Στον αντίποδα, η Ελλάδα παραμένει η μόνη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς κανέναν έλεγχο ενοικίων ή επαρκή κοινωνική κατοικία, καταγράφοντας τη χειρότερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρώπη.
Η Ένωση ξεκαθαρίζει ότι η στεγαστική κρίση στη χώρα μας δεν πηγάζει από έλλειψη προσφοράς, καθώς υπάρχουν περισσότερα σπίτια ανά άτομο από ποτέ, αλλά από την εξαιρετικά άνιση κατανομή τους και την πλήρη ασυδοσία της κτηματαγοράς, όπου τα ακίνητα αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά προϊόντα και όχι ως κοινωνικό αγαθό.
Προτείνεται, μάλιστα, ως άμεσα εφαρμόσιμη λύση η σύνδεση του πλαφόν με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών και το νέο Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), δίνοντας κίνητρα για αναβάθμιση του στεγαστικού αποθέματος.
Η παρέμβαση κλείνει με επίκληση στο ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδας, το οποίο στο άρθρο 17 ορίζει ότι τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος, καλώντας την κυβέρνηση να σταματήσει να προστατεύει τα υπερκέρδη των εκμισθωτών και να θέσει τις ανάγκες των πολλών πάνω από τα κέρδη των λίγων.

