Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αγιοπετρίτης-Μπογδάνος λέει για την παράσταση: «Η αναζήτηση της ευτυχίας είναι εναγώνια, η υπέρβαση της μοναξιάς καθίσταται αδύνατη και η ανθρώπινη προσέγγιση, ζωώδης. Απομένει μόνο η ευθραυστότητα της επαφής. Ήρωες νησίδες που ταξιδεύουν ανερμάτιστοι και, εν πολλοίς, ορφανοί. Ανικανοποίητοι και λαίμαργοι. Το «Closer» του Patrick Marber παραμένει ένα διαχρονικά επίκαιρο κοντινό πλάνο στην ανθρώπινη αγωνία για σύνδεση.
Στη θεατρική του εκδοχή οι ηλεκτρισμένοι, καταιγιστικοί διάλογοι, η έντονη χημεία, και οι περισσότερες από μία κορυφώσεις, αφήνουν να αιωρείται η υπόνοια ότι οι πρωταγωνιστές ενεργούν με κίνητρο τον συναισθηματικό πόνο και την αυτοκαταστροφή, παρά τη γνήσια σύνδεση. Αν «closer» σημαίνει πλησίασμα, τελικά ερχόμαστε πιο κοντά στις απαντήσεις ή στην απομάκρυνση;».
Το έργο
H υπόθεση εξελίσσεται στο Λονδίνο, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’90, και αναφέρεται στην τυχαία και συμπωματική γνωριμία τεσσάρων αγνώστων, οι οποίοι μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών καταφέρνουν να εμπλακούν σ’ ένα ανελέητο ερωτικό παιχνίδι, απ’ όπου κανείς δε βγαίνει αλώβητος. Ο Νταν γνωρίζει τη νεαρή Aλις που μόλις έχει έρθει από τη Νέα Υόρκη. Ο έρωτας είναι αμοιβαίος και κεραυνοβόλος. Μερικούς μήνες αργότερα ο Νταν θα γνωρίσει την Άννα, φωτογράφο στο επάγγελμα, την οποία φλερτάρει ανοιχτά.
Χρησιμοποιώντας το όνομα “Άννα” σε κάποιο chatroom του Ιντερνέτ, ο Νταν κλείνει ραντεβού με τον Λάρι, έναν άγνωστό του γιατρό. Η Άννα θα συναντηθεί τυχαία με τον Λάρι. Αρέσουν ο ένας στον άλλον, κάνουν σχέση, παντρεύονται. Έπειτα από καιρό θα προκύψουν υποψίες ότι η Άννα έχει ερωτικές επαφές με τον Νταν.
Όταν αυτοί οι χαρακτήρες αρχίζουν να επιζητούν την αλήθεια, οι σχέσεις τους οδηγούνται στη φθορά και οι ίδιοι μένουν γυμνοί και ευάλωτοι χωρίς προσωπεία και πανοπλίες.

Οι τέσσερις ήρωες του έργου δείχνουν ανοιχτοί να έρθουν κοντά, πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον ασφυκτικά, αχόρταγα, χωρίς καμία αναστολή. Μοιραία, μέσω του πλησιάσματος της σάρκας, θα εκφραστεί και το αιώνιο παράδοξο του έρωτα: όσο πιο κοντά θα πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, τόσο πιο έντονα θα βιώνουν τις παγίδες, τα ρίσκα, τα συναισθηματικά κενά, τα αδιέξοδα, τις ματαιώσεις και το βαθύ ανικανοποίητο τού μαζί. Ο πόθος, η έλξη, η σεξουαλική ορμή, ο εθισμός, τα σκοτεινά πάθη, οι ανασφάλειες, η περηφάνεια, η ζήλια, η απόγνωση, η προδοσία, η προσποίηση, η εκδίκηση, τίποτα δε θα μείνει ανέγγιχτο σε αυτό το ερωτικό τετράγωνο, που παραμένει διαρκώς και με όλες τις πλευρές ανοιχτές.
Πώς γίνεται η ανίκητη επιθυμία για δέσμευση να αποκαλύπτει πως οι άνθρωποι, ακόμη και μόνοι, παραμένουν δεσμευμένοι με τις ματαιώσεις και τα εσωτερικά τους κενά; Γιατί οι εραστές, ανά τις δεκαετίες, ενώ θέλουν να βουτήξουν βαθιά ο ένας στον άλλον, δεν μπορούν παρά να πλησιαστούν επιφανειακά, μόλις με την άκρη των δαχτύλων τους, καταλήγοντας σε ένα ανελέητο «σύρσου δεξιά κι αριστερά»; Οι ήρωες θα μπορέσουν, τελικά, να συναντηθούν ή δε θα καταφέρουν να έρθουν κοντά ούτε με τον εαυτό τους;
Η παράσταση

Ο Πάτρικ Μάρμπερ μπορεί να έγραψε το «Closer» λίγο πριν το 2000, τότε που το έντονο lifestyle, ο αδηφάγος καπιταλισμός των μεγαλουπόλεων και η βαθιά επιρροή του διαδικτύου λειτουργούσαν καταλυτικά στις ερωτικές σχέσεις των δύο φύλων, όμως εξακολουθούν όλα αυτά να προβληματίζουν και να κυριαρχούν στις μέρες μας , ακόμη και στις περιόδους της κρίσης των αξιών.
Αρκετοί γνωρίζουμε το έργο από την ομώνυμη ταινία του Οσκαρικού σκηνοθέτη Μάικ Νίκολς (1931 – 2014), του 2004, που με ένα τρανταχτό Χολιγουντιανό καστ (Τζουντ Λο, Κλάιβ Όουεν, Τζούλια Ρόμπερτς, Νάταλι Πόρτμαν) και τη μελαγχολική μουσική του Damien Rice έκανε διάσημο το κυνικό και απαισιόδοξο έργο του Πάτρικ Μάρμπερ (βραβεία Τόνυ και Ολίβιε), και προκάλεσε αίσθηση. Το θεατρικό, που παίχτηκε για πρώτη φορά το 1997, ήταν μια κρυστάλλινη αλλά παγερή ακτινογραφία των σύγχρονων σχέσεων, χωρίς εξωραϊσμούς και ωραιοποιήσεις, ένα μικρό ηλεκτροσόκ για τον έρωτα, την οικειότητα, τη σύνδεση, την αφοσίωση, την απιστία, το ψέμα και την αλήθεια στον 21ο αιώνα.
Το «Closer» πριν από 20 χρόνια ήταν μπροστά από την εποχή του, προφητικό -τουλάχιστον για παραδοσιακές χώρες όπως η Ελλάδα- και ψυχαναλυτικό, σε μια χρονική περίοδο που μόλις αναδυόταν η σημασία του ψυχολογικού παράγοντα.
Βιολογικοί λόγοι, οικογενειακό περιβάλλον, τραύματα και βάρη, ναρκισσισμός και ατομισμός, συμφεροντολογία, εγωισμός και άλλα στοιχεία που κατοικούν στα άδυτα της ψυχής, ματαιώνουν την ουσιαστική σύνδεση των ανθρώπων.
Ο πόθος, η έλξη, η σεξουαλική ορμή, ο εθισμός, τα σκοτεινά πάθη, οι ανασφάλειες, η περηφάνεια, η ζήλια, η απόγνωση, η προδοσία, η προσποίηση, η εκδίκηση, τίποτα από αυτά δε θα μείνει ανέγγιχτο σε αυτό το αιχμηρό ερωτικό τετράγωνο, που παραμένει διαρκώς και με τις τέσσερις πλευρές του, ανοιχτές.

Μετά από δύο δεκαετίες, το έργο παραδίδεται επίκαιρο και ώριμο, ιδιαίτερα χάρις στην ενδιαφέρουσα, μοντέρνα σκηνοθεσία του Δημήτρη Αγιοπετρίτη – Μπογδάνου, που αφήνει ατόφιο τον μινιμαλισμό του έργου, απογειώνοντας τις συμβολικές του πτυχές και εναρμονίζοντάς το με την εποχή των διαδικτυακών εφαρμογών γνωριμίας.
Μέσα από την οπτική του, το «Closer» που αρχικά είχε μεταφραστεί ως «Εξ Επαφής», τώρα γίνεται «απολύτως εσωτερικό », υποδηλώντας μια έντονη στροφή στον εαυτό μας. Είναι ένα κλασικό πια χαρακτηριστικό, το οποίο « φορτώνονται » οι περισσότεροι τωρινοί νέοι γνωστοί ως Γενιά Y, δηλαδή η σημερινή δημογραφική ομάδα που ακολουθεί τη Γενιά X και προηγείται της γενιάς Z.
Ταυτόχρονα, εξηγεί πράγματα που υπάρχουν και ας μην τα βλέπουμε: Ποτέ δεν είμαστε μόνοι μας σε μια σχέση. Πάντοτε, είναι εκεί οι πρώην, τα βάρη και τα τραύματα, οι αυταπάτες και η κακή μας σχέση με την αλήθεια.
Αφήνει, λοιπόν, διάτρητο το θέμα των σχέσεων: Είναι η αβάσταχτη ελαφρότητά τους ή είναι η ανάγκη για περισσότερη ανάλυση, αυτή που τις οδηγεί σε αδιέξοδο; Οι ήρωες προσπαθούν να συναντηθούν κάποια στιγμή , αλλά φευ, δε θα μπορέσουν να έρθουν κοντά ούτε με τον εαυτό τους!
Το «Closer» είναι ένα έργο με «σκληρή» γλώσσα και τρυφερές προθέσεις, όπως και οι ήρωές του, οι οποίοι θέλουν απεγνωσμένα ν’αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν αλλά δεν ξέρουν τον τρόπο.
Η αναζήτηση του κατάλληλου ερωτικού συντρόφου, η συζήτηση γύρω από το σεξ, η αιώνια έλξη και διαμάχη μεταξύ αρσενικού και θηλυκού, η αναζήτηση ταυτότητας και ευτυχίας στη σημερινή απρόσωπη κοινωνία είναι τα ζητήματα που θίγει η παράσταση .
Ο σκηνοθέτης ακολουθεί πιστά τη σπονδυλωτή γραφή του Μάρμπερ με μικρές σκηνές σύγκρουσης ή ερωτικής έκστασης των ηρώων. Ο μεταφραστής Θωμάς Μοσχόπουλος διανθίζει το κείμενό του με αγοραίες εκφράσεις, ας πούμε για να φέρει το έργο σε μια ελληνική λαϊκή πραγματικότητα, αυτή του δρόμου και της υποδεέστερης λαϊκής συναλλαγής, από εκείνη των ανθρώπων που έχουν παιδεία, αγωγή, ήθος.
Ωστόσο, ο Δημήτρης Αγιοπετρίτης -Μπογδάνος επιχειρεί μια φρέσκια προσέγγιση, με χιούμορ και ευρηματικότητα , τουλάχιστον στη διαχείριση των σκηνικών της Λίνας Πηγαδιώτη επί σκηνής, και συλλαμβάνει τον παλμό της σύγχρονης ζωής με μια απεικόνιση, σχεδόν, φωτογραφική. Οι ανθρώπινες σχέσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο μετατρέποντας τον σημερινό άνθρωπο και την ψυχολογία του σε μείγμα πραγματικότητας και θεατρικής μυθοπλασίας. Έτσι, ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινότητά του. Αναγνωρίζει παραμέτρους που καθορίζουν την ύπαρξή του. Τον έρωτα, το αίσθημα της απώλειας, τον πόθο, την αγάπη, το κενό που αφήνει η έλλειψη συγχρονισμού των δυο, αλλά και τη διαδικτυακή γνωριμία, την αλήθεια που εναλλάσσεται με το ψέμα.
Η παράσταση φέρει κάτι από Πίντερ κι από Γούντι Άλεν, εφόσον είναι ευδιάκριτες οι αναφορές στο σύγχρονο νευρωτικό άτομο. Οι χαρακτήρες δεν αντλούν καμία απολύτως ικανοποίηση από τη ζήση τους, όμως εξαντλούν όλο τους το είναι στην ερωτική τους δραστηριότητα. Αυτό εισπράττεται από εκείνους τους θεατές που μένουν στο πρώτο επίπεδο που είναι ο κωμικός διάλογος, οι βωμολοχίες, όλα όσα λέγονται στη σκηνή τέλος πάντων, με τρόπο παροιμιακό, εξυπνακίστικο, όπως το θέλησαν ο μεταφραστής και ο σκηνοθέτης.
Υπάρχει στο έργο, όμως, και κείνο το στοιχείο που δρα υποδόρια, αυτό που αφήνει τον διαβασμένο θεατή αντιμέτωπο με τη μοναξιά του, με ανάμικτα συναισθήματα πόνου και, ναι, κατάθλιψης. Καλός πομπός οι ερμηνευτές και ενδιαφέρουσα η διανομή. Οι ηθοποιοί υποκρίνονται σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες, αλλά ο καθένας αφήνει το στίγμα της προσωπικότητάς του στον ήρωα που υποδύεται.

Αξιοσημείωτη η ερμηνεία της Ναταλίας Σουίφτ στο ρόλο της Άλις (που έδωσε και την Υποψηφιότητα για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου στη Νάταλι Πόρτμαν), η οποία πέτυχε να εξισορροπήσει την αθωότητα με τον αισθησιασμό και την παιδική αφέλεια με την υπαρξιακή ωριμότητα.
Έπαινος στη Βίκυ Παπαδοπούλου, η οποία υποδύεται την Άννα, (ρόλο που στην ταινία είχε η Τζούλια Ρόμπερτς), μια γυναίκα δυναμική αλλά και τόσο ευάλωτη, με στιγμές σκληρότητας αλλά και κατάρρευσης. Η ικανότητά της να ελίσσεται μέσα σ’ έναν τρικυμιώδη, συναισθηματικό κόσμο είναι συναρπαστική.
Ο Σπύρος Σταμούλης είναι ο εκκεντρικός Νταν, ανισόρροπος στις ερωτικές του επιλογές, αναποφάσιστος, χαμένος σε μια συναισθηματική άβυσσο, όπως ακριβώς συμβαίνει στους εθισμένους στην αναζήτηση συντρόφων μέσω chat στο ίντερνετ.
Ο Μιχάλης Λεβεντογιάννης, γοητευτικός, δημοφιλής, είναι ο πόλος έλξης γυναικών, νεαρών και κάτι παραπάνω, ερμηνεύει τον γιατρό Λάρυ, ήρεμα, ήσυχα κι απλά, όπως θέλει και μπορεί.
Στα συν της παράστασης οι νοσταλγικές μουσικές της Δανάης Νίλσεν.
Επίλογος
Βίκυ Παπαδοπούλου: «Υπάρχει μία φράση που λέει ο Νταν στη Άλις ότι «χωρίς την αλήθεια είμαστε ζώα». Όταν διάβασα το έργο, προσπαθούσα να καταλάβω τι θέλει να πει αυτό που περικλείεται μέσα σε αυτή τη φράση, δηλαδή τι είναι αυτό που μας ξεχωρίζει από τα τετράποδα, από τα ζώα; Αυτό που μας ξεχωρίζει είναι ο λόγος, η σκέψη, ο νους. Άρα η έκφραση αυτού που σκεφτόμαστε ουσιαστικά, που επιλέγουμε αν θα είναι αλήθεια ή αν θα είναι ψέμα. Το ψέμα μάς εμποδίζει στο να συνδεθούμε ουσιαστικά με τον άλλο. Και αυτό το έργο το πραγματεύεται αυτό. Δηλαδή, αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να συνδεθούν πυρηνικά και δεν το καταφέρνουν, γιατί επιλέγουν να πούνε ψέματα ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό, από φόβο να εκτεθούν. Που αν δεν εκτεθείς, δεν μπορείς να συνδεθείς».
Συντελεστές
Κείμενο: Πάτρικ Μάρμπερ
Μετάφραση: Θωμάς Μοσχόπουλος
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επιμέλεια: Δημήτρης Αγιοπετρίτης – Μπογδάνος
Σύμβουλος δραματουργίας: ΤζιάναΤσαϊλακοπούλου
Σκηνογράφος: Λίνα Πηγαδιώτη
Ενδυματολόγος: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Δανάη Νίλσεν
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Κινησιολόγος: ΥβόννηΤζάθα
Βοηθός σκηνοθέτη: Νάλια Ζήκου
Βοηθός ενδυματολόγου: ΛίληΖωγραφάκη
Παίζουν:
Λάρυ: Μιχάλης Λεβεντογιάννης
Άννα: Βίκυ Παπαδοπούλου
Άλις: Ναταλία Σουίφτ
Νταν: Σπύρος Σταμούλης
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

