Η εμμηνόπαυση είναι μια από τις κύριες φυσιολογικές βιολογικές αλλαγές στη ζωή της γυναίκας και σηματοδοτεί το τέλος της αναπαραγωγικής ζωής της. Η μετάβαση προς την εμμηνόπαυση ενδέχεται να διαρκέσει κάποια χρόνια και συνήθως έχει ως αφετηρία διαφοροποιήσεις στον εμμηνορροϊκό κύκλο.
Το σύνηθες εύρος ηλικιών κατά τις οποίες μια γυναίκα μπορεί να μεταβεί στην εμμηνόπαυση είναι μεταξύ των 40 και 58 ετών. Η διάγνωση της εμμηνόπαυσης συμβαίνει όταν ολοκληρώνεται ένα ολόκληρο έτος χωρίς έμμηνο ρύση. Ωστόσο, τα συμπτώματά της εμμηνόπαυσης ενδέχεται να είναι εμφανή τόσο πριν όσο και μετά την ολοκλήρωσή της, κατά τη διάρκεια του προεμμηνοπαυσιακού και του μετα-εμμηνοπαυσιακού σταδίου.
Μία σύντομη αναδρομή
Παλαιότερα, η εμμηνόπαυση ήταν μία εξαιρετικά προσωπική εμπειρία, την οποία κάθε γυναίκα βίωνε μόνη της, χωρίς σχετικές συζητήσεις και ανταλλαγές απόψεων με συνομήλικες και χωρίς καμία ιδιαίτερη ιατρική ή άλλης φύσεως επαγγελματική συμβουλή. Η κοινωνία μας στο παρελθόν, ώντας κυρίως διαμορφωμένη σε αγροτικές και μικρότερες δομές, δεν επέτρεπε την ύπαρξη ξεκάθαρων ορίων ως προς την εχεμύθεια και την ανωνυμία. Οι περισσότερες γυναίκες βρισκόντουσαν απομονωμένες από τα αστικά κέντρα, την πληροφόρηση και την παροχή επαγγελματικής στήριξης. Σταδιακά ωστόσο, παράλληλα με την ολοένα και αυξανόμενη διακίνηση των πληροφοριών, η εμμηνόπαυση άρχισε να γίνεται συχνότερα ένα κοινό θέμα συζήτησης για τις γυναίκες των αντίστοιχων ηλικιών και έγκυρες συμβουλές άρχισαν να γίνονται πιο άμεσα διαθέσιμες σε αυτές.
Παρ’ όλα αυτά, αν και όλα δείχνουν πως η εμμηνόπαυση παύει πλέον να αποτελεί ένα απαγορευμένο αντικείμενο συζήτησης, οι πιο πρόσφατες γενιές φαίνεται να φοβούνται περισσότερο τη συγκεκριμένη διαδικασία ωρίμανσης. Έρευνες έχουν εξετάσει τις πιθανές αιτίες αυτής της άρνησης μιας πολύ φυσικής εξέλιξης του σώματος και δείχνουν πως το γεγονός ότι οι γυναίκες έχουν αρχίσει να έχουν περισσότερο έλεγχο στον αναπαραγωγικό τους κύκλο δεν τις βοηθάει να αποδεχθούν το αναπόφευκτο της εμμηνόπαυσης και τις καθοριστικές αλλαγές που αυτή φέρνει. Επιπλέον, οι συνεχείς και όλο αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις προς τη γυναίκα να διατηρείται νέα και όμορφη και να μην αφήνει τα χρόνια της να επηρεάζουν την εξωτερική της εμφάνιση προσθέτουν αρνητική χροιά στον τρόπο με τον οποίο αυτή θα αντιμετωπίσει την επικείμενη αλλαγή. Επομένως, ο ρόλος της γυναίκας σε κάθε εποχή και πλαίσιο επιδρά στις νοητικές κατασκευές για την εμμηνόπαυση, αποδεικνύοντας πως πέρα από σωματικό και ψυχολογικό η εμμηνόπαυση αποτελεί επιπλέον κοινωνικό και πολιτιστικό φαινόμενο.
Αλλαγές και βιώματα
Η εμμηνόπαυση είναι μια ξεχωριστή εμπειρία για την κάθε γυναίκα, στη διάρκεια της οποίας συμβαίνουν αλλαγές ως επί το πλείστον σε φυσικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Από τα πιο συνήθη σωματικά συμπτώματα που περιγράφονται είναι οι βραδινές ταχυκαρδίες και εφιδρώσεις, οι διαταραχές ύπνου, όπως η αϋπνία, η φαγούρα, ο πονοκέφαλος, η απώλεια ενέργειας και τα προβλήματα στην ούρηση. Επιπλέον οι γυναίκες συχνά αναφέρουν αγγειοκινητικά, μυϊκά και σκελετικά προβλήματα, πόνο στις αρθρώσεις, ατροφία του δέρματος κυρίως στην περιοχή των μαστών και ξαφνικές αιμορραγίες. Η αύξηση του βάρους, συγκεκριμένα η συγκέντρωση λίπους στην κοιλιακή περιοχή και στο λαιμό, που κάποιες φορές συνδέεται και με παχυσαρκία είναι επίσης συχνή. Τα παραπάνω συμπτώματα συνδέονται με χαμηλότερη αναφερόμενη ποιότητα ζωής και ως εκ τούτου με μειωμένη αίσθηση ευεξίας.
Ως προς το ψυχολογικό επίπεδο, η ορμονική αστάθεια στο σώμα της γυναίκας κατά την ευρύτερη περίοδο της εμμηνόπαυσης συνδέεται με την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης και αγχωδών διαταραχών. Η πιθανότητα εμφάνισης αυτών είναι μεγαλύτερη σε άτομα με προϋπάρχον ιστορικό συναισθηματικών διαταραχών, σε άτομα που προσδίδουν στην εμμηνόπαυση αρνητικό πρόσημο, σε άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση ή σε αυτά που η συγκεκριμένη περίοδος συνοδεύεται με άλλες στρεσογόνες καταστάσεις ή αλλαγές. Οι γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση μπορεί ναι είναι συχνά πιο νευρικές και ευερέθιστες, συναισθηματικά ασταθείς και με λιγότερη ικανότητα συγκέντρωσης. Ακόμα, υπάρχουν επιρροές στη σεξουαλική ζωή των γυναικών, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Εκφράζονται, κυρίως, μέσω της έλλειψης ερωτικής διέγερσης, φαντασιώσεων, σεξουαλικών συμπεριφορών, αλλά και απόλαυσης κατά τη διάρκεια της πράξης, με τις γυναίκες να αναφέρουν συχνά ξηρότητα στην κολπική περιοχή και πόνο.
Ταυτόχρονα με τα σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα που εμφανίζονται, οι γυναίκες σε εμμηνόπαυση ταλαιπωρούνται και από άλλες δοκιμασίες. Μια περιεκτική αλλά όχι εξαντλητική λίστα περιλαμβάνει ίσως την αρνητική αντιμετώπιση της οικογένειας και κυρίως των συντρόφων τους ως προς τη νέα κατάσταση, νέες σωματικές ασθένειες των ιδίων ή των συντρόφων τους και τον νέο ρόλο που πρέπει να αναλάβουν ως φροντιστές σε συντρόφους ή γονείς. Ενδεχομένως, καλούνται, να αντιμετωπίσουν τον θάνατο των συντρόφων ή των γονέων τους, καθώς και την αποδοχή της νέας πραγματικότητας ότι τα παιδιά τους είναι σε ηλικία να απεμπλακούν από την πλήρη φροντίδα τους. Ο τρόπος με τον οποίον μια γυναίκα θα διαχειριστεί τα καινούργια δεδομένα, συμπεριλαμβανομένης και της εμμηνόπαυσης, εξαρτάται από οικονομικούς και δημογραφικούς παράγοντες, το εκπαιδευτικό επίπεδο της ίδιας, την εργασιακή της κατάσταση και τις κοινωνικές της επαφές που μπορούν να αποτελέσουν μέσο στήριξης.
Ωστόσο, ανθρωπιστικές έρευνες έχουν δείξει ότι οι αλλαγές στο κοινωνικό ή εξωγενές επίπεδο δεν είναι απαραίτητο να είναι μόνο αρνητικές. Συχνά το κοινωνικό στάτους της γυναίκας αλλάζει προσδίδοντάς της θετικά χαρακτηριστικά. Κάποιες γυναίκες βιώνουν την εμμηνόπαυση ως μια δεύτερη ενηλικίωση, κατά την οποία ο κύριος στόχος είναι η εστίαση στον εαυτό, στην καριέρα ή στις σχέσεις. Ειδικότερα όταν ο σύντροφος ή η οικογένεια διατηρούν μια υποστηρικτική στάση απέναντι στις σωματικές ή συναισθηματικές προεκτάσεις της αλλαγής αυτής, η γυναίκα είναι ελεύθερη να νιώσει σοφότερη, επιτυχημένη, επαρκής και αποδεκτή. Μεγαλύτερη ικανοποίηση από την εικόνα σώματος και θετικότερη νοηματοδότηση των συνθηκών της ζωής επιφέρει και αίσθημα υψηλότερης ικανοποίησης και αυτο-αξίας.
Εμμηνόπαυση, αρνητική και θετική προσέγγιση
Η αρνητικότητα που κάποιες φορές αποδίδεται στην εμμηνόπαυση έχει αποδειχθεί ότι ενδεχομένως συνδέεται και με την περίοδο της ζωής που αυτή συμβαίνει. Νεαρότερες γυναίκες, λιγότερο προετοιμασμένες να εισέλθουν σε αυτό το στάδιο, αντιμετωπίζουν την αλλαγή με φόβο, σύγχυση, άρνηση και απογοήτευση, με τα παραπάνω συναισθήματα να συνδέονται με μια διαδικασία πένθους. Ένας από τους κυριότερους λόγους είναι η απώλεια της δυνατότητας τεκνοποίησης, ιδιαίτερα γι’ αυτές που δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία, ενώ το επιθυμούσαν, αλλά και η σύνδεση της εμμηνόπαυσης με τη γήρανση, το αδύναμο και μη ποθητό σώμα. Ακόμα μεγαλύτερο είναι το ψυχικό φορτίο για τις γυναίκες που έχουν υποστεί χειρουργική αφαίρεση των αναπαραγωγικών τους οργάνων και δεν είχαν τον χρόνο να συμφιλιωθούν με την ιδέα της περάτωσης της αναπαραγωγικής τους ικανότητας.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και γυναίκες που βιώνουν θετικά το στάδιο αυτό. Συνήθως είναι οι μεγαλύτερες γυναίκες, και κυρίως μετά την ολοκλήρωση της εμμηνόπαυσης, όπου τα εντονότερα συμπτώματα έχουν παρέλθει. Επίσης, αρκετές είναι οι γυναίκες που νιώθουν περισσότερο επωφελούμενες όταν σταματούν να αιμορραγούν κάθε μήνα και μπορούν να σχεδιάσουν ελεύθερα το πρόγραμμά τους. Άλλες απολαμβάνουν το γεγονός ότι διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Τέλος, έχει βρεθεί πως οι γυναίκες που περνούν χρόνο με μεγαλύτερης ηλικίας από τις ίδιες γυναίκες αντιμετωπίζουν πιο δεκτικά την εμμηνόπαυση.
Λίγα λόγια για τις θεραπείες
Φυσικά, η εμμηνόπαυση αυτή καθ’ αυτή δεν είναι ασθένεια που χρήζει θεραπείας. Τα συμπτώματα, όμως, που τη συνοδεύουν μπορούν με διάφορους τρόπους να αποδυναμωθούν. Συχνά γίνεται λόγος για την ορμονική θεραπεία ή αλλιώς θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Παλαιότερα θεωρούνταν η πιο αποτελεσματική καταπολέμηση των επιπτώσεων των ορμονικών αλλαγών, ωστόσο, σήμερα έχει συνδεθεί με τον κίνδυνο αύξησης του καρκίνου του μαστού, οπότε έπαψε και να θεωρείται η επικρατέστερη λύση. Άλλες γυναίκες καταφεύγουν κυρίως σε φαρμακευτική αγωγή που καταπολεμά τα συναισθηματικής φύσεως συμπτώματα, συχνά χρησιμοποιώντας αντικαταθλιπτικά. Η ψυχοθεραπεία συστήνεται σαν μέθοδος επίσης για την καταπολέμηση των συναισθηματικών επιπτώσεων, αλλά και για τη διαχείριση όλων των άλλων αλλαγών που πιθανόν να συνοδεύουν την περίοδο αυτή, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος, διαδεδομένες είναι πλέον και διάφορες εναλλακτικές θεραπείες μέσω βοτάνων ή βιταμινών. Σε κάθε περίπτωση, όταν τα συμπτώματα είναι ενοχλητικά, υποβιβάζοντας την ποιότητα της ζωής της γυναίκας, είναι χρήσιμο να επιζητείται ιατρική συμβουλή.
Κλείνοντας..
Κλείνοντας, είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι οι πληροφορίες που έχουν προαναφερθεί δεν έχουν καθολική ισχύ και δεν εξαντλούν κάθε συγκεκριμένη περίσταση. Η κάθε γυναίκα βιώνει την εμμηνόπαυση εκδηλώνοντας πολύ διαφορετικά σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα. Ακόμα, πολλές φορές το κοινωνικό πλαίσιο αλλά και άλλοι παράγοντες της προσωπικής ζωής καθορίζουν τη στάση που η κάθε μία θα διαμορφώσει για την περίοδο αυτή. Η ύπαρξη υποστηρικτικών ερωτικών, οικογενειακών ή φιλικών σχέσεων, καθώς και η ανάληψη διαφορετικών ρόλων από τη γυναίκα, όπως αυτός της εργαζόμενης ή της μητέρας, μειώνουν την ένταση των επιδράσεων της εμμηνόπαυσης.
Το παρόν άρθρο δεν αποτελεί και δεν υποκαθιστά ιατρική συμβουλή, διάγνωση ή θεραπεία. Οι πληροφορίες παρέχονται υπεύθυνα από αξιόπιστες πηγές για ενημερωτικούς σκοπούς.
Γράφει η: Αναστασία Αϊβάτογλου, Ψυχολόγος, MSc Health Psychology
Ευχαριστούμε το WellnessLab για την συνεργασία

