Κάποιες φορές η ιστορία επαναλαμβάνεται… από την ανάποδη. Τον Δεκαπενταύγουστο του 2024, ο υποψήφιος τότε για την προεδρία των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, είχε εμφανιστεί σε προεκλογική συγκέντρωση στο Νιού Τζέρσεϊ ανάμεσα σε τρόφιμα και καθημερινά ήδη κατηγορώντας την κυβέρνηση Μπάιντεν για τις υψηλές τιμές και τον πληθωρισμό. Δύο χρόνια αργότερα οι αποδόσεις του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στον οικονομικό τομέα μπορεί να είναι αυτές που θα κοστίσουν στον πρόεδρο Τραμπ την παντοδυναμία του.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, που ο Φράνσις Φουκουγιάμα χαρακτήρισε «το σημαντικότερο γεγονός που θα ζήσουμε το 2026» πλησιάζουν και η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ έχει πέσει σε ιστορικά χαμηλά.
Το πεδίο της οικονομίας, από προνομιακό πεδίο, έχει εξελιχθεί σε «πονοκέφαλο» για τον Αμερικανό πρόεδρο με φόντο και τις κλιμακούμενες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή που εκτινάσσουν τις τιμές των καυσίμων.
Η φωτογραφία… «εφιάλτης»
Τον Δεκαπενταύγουστο του 2024, στο γκολφ κλαμπ του στο Μπέντμινστερ, ο Τραμπ είχε σταθεί μπροστά σε τραπέζια γεμάτα φρούτα, κρέας, δημητριακά, γάλα και άλλα είδη καθημερινής κατανάλωσης. Παρουσιάζοντας παράλληλα γραφήματα με την άνοδο των τιμών, κατηγόρησε την τότε κυβέρνηση των Δημοκρατικών για την εκτόξευση του κόστους των τροφίμων.
Το μήνυμα ήταν σαφές: ο Τραμπ υποσχόταν ότι μπορούσε να τιθασεύσει τον πληθωρισμό και να μειώσει το κόστος ζωής των Αμερικανών.
Το Δημοκρατικό κόμμα έχει καταφέρει να ανακάμψει, παρουσιάζοντας μάλιστα καλύτερη εικόνα ως προς την οικονομική πολιτική σε διάφορες δημοσκοπήσεις (για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δέκα χρόνια).
«Δεν έχει μειώσει τίποτα»
Αρκετοί από τους ανθρώπους που στήριξαν τον Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024, είναι πλέον απογοητευμένοι από τις επιδόσεις του στο οικονομικό πεδίο, βλέποντας την καθημερινότητά τους να γίνεται όλο και πιο ακριβή.
Η 68χρονη Σίλα Κάρνεϊ, ψηφοφόρος του Τραμπ, βγήκε από σούπερ μάρκετ κοντά στο Μπέντμινστερ έχοντας πληρώσει περίπου 70 δολάρια για μια σχετικά περιορισμένη αγορά: λίγο κρέας, απορρυπαντικό και ένα πακέτο παγωμένο τσάι.
Για την Κάρνεϊ, η απόδειξη αποτελεί καθημερινή υπενθύμιση ότι η ακρίβεια δεν είναι πολιτικό σύνθημα αλλά πραγματικότητα. «Αυτό είναι πραγματικό. Μπορεί να λέει ότι δεν είναι, αλλά είναι», δήλωσε. «Δεν έχει μειώσει τίποτα».
Η Κάρνεϊ, η οποία εργάζεται ακόμη σε διοικητική θέση σε νοσοκομείο ενώ έχει καθυστερήσει τη συνταξιοδότησή της για να βοηθήσει στην αποπληρωμή των φοιτητικών δανείων του γιου της, δήλωσε ότι οι υψηλές τιμές τροφίμων και καυσίμων έχουν μειώσει τον ενθουσιασμό της για τις εκλογές του Νοεμβρίου.
Η στάση της αντανακλά ένα ευρύτερο πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς: ακόμη και ορισμένοι ψηφοφόροι που εξακολουθούν να στηρίζουν τον Τραμπ εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να προσέλθουν στις κάλπες.
Το «καλάθι» του Τραμπ ακριβαίνει
Ανάλυση του Reuters σε 26 κατηγορίες τροφίμων που παρακολουθεί το αμερικανικό Bureau of Labor Statistics και οι οποίες περιλαμβάνονταν στην παρουσίαση του Τραμπ στο Μπέντμινστερ, δείχνει ότι οι τιμές τους έχουν αυξηθεί κατά 3,4% στους πρώτους 19 μήνες της δεύτερης θητείας του.
Η αύξηση είναι σαφώς μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της προεδρίας Μπάιντεν. Ωστόσο, δεν συμβαδίζει με την υπόσχεση του Τραμπ ότι οι τιμές θα μειώνονταν.
Οι αυξήσεις σε βασικά προϊόντα έχουν υπερκαλύψει τις μειώσεις σε άλλες κατηγορίες. Το άψητο μοσχαρίσιο κρέας έχει αυξηθεί κατά 19,2%, τα φρέσκα ψάρια και θαλασσινά κατά 8,6%, τα μήλα κατά 14%, ενώ ο καφές έχει ακριβύνει σχεδόν 23%.
Από την άλλη πλευρά, οι τιμές των αυγών έχουν μειωθεί σχεδόν 40% επί Τραμπ, ενώ μειώσεις έχουν σημειωθεί επίσης στο βούτυρο, το μπέικον και τα λίπη και έλαια μαγειρικής. Η πτώση των αυγών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εξομάλυνση της αγοράς μετά τις ελλείψεις που προκάλεσε η γρίπη των πτηνών.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η συνολική εικόνα είναι θετικότερη. Επικαλέστηκε τα στοιχεία του Ιουλίου, σύμφωνα με τα οποία οι καταναλωτικές τιμές αυξήθηκαν οριακά σε μηνιαία βάση, υποστηρίζοντας ότι η μακροπρόθεσμη οικονομική ατζέντα του Τραμπ αποδίδει.
Η οικονομία στην κάλπη
Στην 7η εκλογική περιφέρεια του Νιου Τζέρσεϊ, όπου βρίσκεται το Μπέντμινστερ και η οποία θεωρείται κρίσιμη μάχη, το οικονομικό ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα.
Το Reuters μίλησε με 17 Ρεπουμπλικανούς και ανεξάρτητους ψηφοφόρους στην περιοχή. Περισσότεροι από τους μισούς δήλωσαν αναποφάσιστοι ή ότι κλίνουν προς τη Δημοκρατική υποψήφια Ρεμπέκα Μπένετ, η οποία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Η Μπένετ έχει δηλώσει ότι, εφόσον εκλεγεί, θα επιδιώξει την κατάργηση των δασμών του Τραμπ, τον περιορισμό της πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν και την αποκατάσταση επιδομάτων τροφίμων για οικογένειες που δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες.
«Αυτό δεν είναι μια αφηρημένη έννοια για μένα», είπε. «Για παράδειγμα, το μοσχάρι είναι πολύ ακριβό, οπότε δεν αγοράζουμε πλέον μοσχάρι».
Η στήριξη στον Τραμπ παραμένει
Παρά τη δυσαρέσκεια για τις τιμές, η οικονομική πίεση δεν οδηγεί όλους τους ψηφοφόρους στην αλλαγή στρατοπέδου.
Η 64χρονη Μπόνι Τσάντλερ δήλωσε ότι θα ψηφίσει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες επιχειρήσεις διατηρούν τεχνητά υψηλές τις τιμές προκειμένου να πλήξουν πολιτικά τον Τραμπ. Άλλοι ψηφοφόροι εξακολουθούν να θεωρούν σημαντικότερα ζητήματα, όπως η εκπαίδευση και η ασφάλεια των συνόρων.
Η 34χρονη Λόρεν ΝτιΤζιρόλαμο, επίσης ψηφοφόρος του Τραμπ, δήλωσε ότι οι τιμές των τροφίμων έχουν ουσιαστικά σταθεροποιηθεί σε σχέση με τα υψηλά επίπεδα της περιόδου Μπάιντεν και ότι η πτώση της τιμής των αυγών είναι ενδεικτική.
«Νιώθω ότι οι τιμές των τροφίμων είναι λίγο-πολύ στα επίπεδα που ήταν επί Μπάιντεν», είπε. «Ξέρω ότι ορισμένα βασικά πράγματα που κοιτάζω — όπως τα αυγά — έχουν πέσει».
Η «ακριβότερη» πολιτική ανάμνηση
Ωστόσο, μια δημοσκόπηση Reuters/Ipsos που ολοκληρώθηκε στις αρχές Αυγούστου καταγράφει σημαντική επιδείνωση της εικόνας του Τραμπ στο ζήτημα του κόστους ζωής.
Η καθαρή αξιολόγησή του για τη διαχείριση του κόστους ζωής βρίσκεται στο -47%, έναντι -6% στην αρχή της θητείας του. Πρόκειται για τη χειρότερη επίδοσή του σε βασικό ζήτημα, χαμηλότερη από την αξιολόγησή του για την οικονομία και τη μετανάστευση.
Ο καθηγητής δημόσιας πολιτικής Φραντσέσκο Τρέμπι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ έχει συνυπογράψει έρευνα που έδειξε ότι ο Τραμπ είχε ισχυρότερη υποστήριξη στις εκλογές του 2024 σε κομητείες όπου ο πληθωρισμός είχε ξεπεράσει την αύξηση των εισοδημάτων, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Καθώς οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται μόνο οριακά και υπολείπονται της γενικότερης οικονομικής ανάπτυξης, ο Τρέμπι εκτιμά ότι η πολιτική τάση μπορεί να αντιστραφεί στις εκλογές του 2026.
Το σούπερ μάρκετ, υποστηρίζει, αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρή υπενθύμιση της οικονομικής πίεσης.
Κάθε επίσκεψη στο ταμείο λειτουργεί, ουσιαστικά, σαν μια μικρή πολιτική διαφήμιση εναντίον της κυβέρνησης.
«Είμαι ακόμη αναποφάσιστη»
Για την 84χρονη Μάργκαρετ Ντέρκαχ, η οποία συνήθως ψηφίζει Ρεπουμπλικανούς, το δίλημμα συνοψίζεται στο κόστος των βασικών αγαθών.
«Το κόστος ζωής, όσον αφορά τα σπίτια, τα διαμερίσματα και τα τρόφιμα — τα απαραίτητα — έχει αυξηθεί. Είναι σοκαριστικό, σοκαριστικό», είπε μετά τα ψώνια της σε εκπτωτικό σούπερ μάρκετ.
Η Ντέρκαχ εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο Τραμπ «κληρονόμησε ένα χάος» από τον Μπάιντεν. Ωστόσο, δεν αποκλείει να αλλάξει ψήφο εάν οι οικονομικές συνθήκες δεν βελτιωθούν.
«Είμαι αναποφάσιστη αυτή τη στιγμή. Πρέπει να δω», είπε.
Για τους Ρεπουμπλικανούς, αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα. Ο Τραμπ κέρδισε πολιτικά αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια. Τώρα, δύο χρόνια μετά την εικόνα με τα γεμάτα τραπέζια στο Μπέντμινστερ, οι ίδιες τιμές που αποτέλεσαν όπλο εναντίον των Δημοκρατικών απειλούν να μετατραπούν σε πολιτικό βάρος για τον ίδιο και το κόμμα του.

