Οι τελευταίες εξελίξεις στον πόλεμο της Ουκρανίας, δε δημιουργούν αισιοδοξία ότι ο τερματισμός των εχθροπραξιών μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών θα έρθει σύντομα. Αντιθέτως, ολοένα και περισσότερο ακούγεται ως πιθανότητα η περιορισμένη χρήση πυρηνικών με εν πολλοίς απρόβλεπτες συνέπειες.
Όσο διαρκεί ο πόλεμος σε Ευρωπαϊκό έδαφος, οι παρενέργειες του δημιουργούν αναταράξεις σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, μετατρέποντας την αστάθεια, σε νέα κανονικότητα.
Για τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις που ανέδειξε ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και το πώς αυτές επηρεάζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα μίλησε στο thesspress.gr ο Πολιτικός Επιστήμονας, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας και Δημοτικός Σύμβουλος Θεσσααλνίκης με την παράταξη «Μένουμε Θεσσαλονίκη, κ. Γιώργος Ρακκάς.
Με τις τελευταίες εξελίξεις στον πόλεμο της Ουκρανίας, θεωρείτε πως οδεύουμε προς έναν παγκόσμιο πόλεμο; Πόσο πιθανή είναι η χρήση πυρηνικών;
Πριν από μερικά χρόνια η πιθανότητα διεξαγωγής ενός ακόμα παγκοσμίου πολέμου, θεωρούνταν αδιανόητη. Σήμερα κανείς δεν μπορεί να την αποκλείσει με βεβαιότητα. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ‘άνοιξε την πόρτα του φρενοκομείου’, με την έννοια ότι επιτάχυνε δραματικά την ανάδυση νέων, γεωπολιτικών ανταγωνισμών πλανητικών διαστάσεων.
Η διχοτόμηση μεταξύ Δύσης και Ευρασίας, με την ανάδυση ενός μπλοκ δυνάμεων όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν, η Τουρκία που επιθυμεί να αναδιαμορφώσει τόσο ριζικά τον παγκόσμιο χάρτη και μάλιστα υπό την απειλή ή την χρήση των όπλων, εγκαινιάζει μια νέα φάση του παγκοσμίου συστήματος, όπου η αστάθεια και οι εμπόλεμες συγκρούσεις θα βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη για πολύ καιρό. Βλέπετε τι γίνεται με την Ταϊβάν, την πολεμική ρητορική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, την επιμονή της να πραγματοποιήσει άλλη μια στρατιωτική εισβολή στη Συρία, την ιρανο-ισραηλινή αντιπαράθεση, την ανάμειξη του Ιράν στην Υεμένη κ.ο.κ. Άρα η Ουκρανία μπορεί να μην είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας περιόδου συγκρούσεων.
Για τις πυρηνικές απειλές της Ρωσίας, τώρα. Διακινούνται ευρέως τα σενάρια χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων προκειμένου να εξαναγκαστούν οι Ουκρανοί σε συνθηκολόγηση. Στα ρωσικά μέσα, οι αναφορές βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, σε μια εκστρατεία που αποσκοπεί στο να εθίσει το εγχώριο κοινό στην κατάρριψη του πυρηνικού ταμπού.
Σε ό,τι αφορά στην προοπτική πραγματικής χρήσης τους στο πεδίο, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα προκαλέσουν την άμεση εμπλοκή της Δύσης, άρα, την μεταβολή της σύγκρουσης σε παγκόσμια. Γιατί προφανώς δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη η ‘κανονικοποίηση’ της χρήσης πυρηνικών όπλων σε μια πολεμική σύγκρουση. Δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, και παροτρύνει και άλλα κράτη να εμπνευστούν από αυτό.
Ειλικρινά αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει καμία πρόβλεψη για την πιθανότητα ή μη χρήσης πυρηνικών όπλων. Μιλάμε για ένα καθεστώς που αυτή τη στιγμή στέλνει στα τυφλά δρόνους (drones) και σφυροκοπάει τον άμαχο πληθυσμό στις πόλεις της Ουκρανίας. Οπότε, είναι σαφές πως αυτό το καθεστώς έχει ξεπεράσει προ πολλού κάθε αναστολή.
Μεγαλύτερο θύμα της ρωσικής πυρηνικής ρητορικής είναι το ίδιο το πυρηνικό ταμπού. Η ιδέα ότι τα πυρηνικά όπλα προορίζονται για να έχουν μόνον αποτρεπτική λειτουργία και όχι άμεση χρήση. Και εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως αν ο πυρηνικός εκβιασμός της Ρωσίας επιτύχει, θα δημιουργήσει σχολή, οπότε κάθε κράτος που κατέχει πυρηνικά θα αρχίσει να θεωρεί δόκιμο να εκβιάζει με τη χρήση τους προκειμένου να επιβάλει τις αξιώσεις του. Αυτό για να έχουμε μια ιδέα για το σε ποιόν κόσμο μας οδηγεί ήδη η ρωσική ασυδοσία στην Ουκρανία.
Η επίτευξη ειρήνης και η παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, μέσα από ποια βήματα μπορεί να γίνει πραγματικότητα;
Αν λάβουμε υπόψη τα εγκλήματα πολέμου που έχει διαπράξει η Ρωσία από την αρχή της εισβολής μέχρι σήμερα, τους μαζικούς τάφους που αποκαλύπτονται σε κάθε πόλη που απελευθερώνουν οι Ουκρανικές δυνάμεις, η στρατηγική της εθνοκάθαρσης που επιστρατεύεται συστηματικά για τις κατεχόμενες περιοχές, ή τα τυφλά χτυπήματα σε πολιτικές υποδομές κατά τις ρωσικές επιδρομές, θα συνειδητοποιήσουμε πως τα πράγματα έχουν οδηγηθεί σ’ ένα σημείο που μόνον μια ολοκληρωτική ήττα των Ρώσων θα εγγυηθεί την επίτευξη ειρήνης.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Οποιοσδήποτε συμβιβασμός θα ερμηνευθεί από τον Πούτιν ως ένδειξη αδυναμίας, κάτι που μεσομακροπρόθεσμα θα τον οδηγήσει να εισβάλει και σε άλλη χώρα της Ανατολικής Ευρώπης πέραν της Ουκρανίας. Άρα, ισχύει ότι ίσχυε με τον Χίτλερ στην Τσεχοσλοβακία λίγο πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου: οποιοσδήποτε κατευνασμός, οδηγεί σε περαιτέρω κλιμάκωση της επιθετικότητας.
Το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία, εκτός από τις αντιμαχόμενες πλευρές, μέχρι στιγμής επωμίζονται και οι λαοί της Ευρώπης. Είναι δυνατόν η εκτεταμένη ένδεια για την οποία μας προετοιμάζουν, να οδηγήσει σε κοινωνικές αναταραχές;
Η Ευρώπη ‘πληρώνει’ τώρα τα εγκληματικά σφάλματα που διέπραξε όλη την προηγούμενη περίοδο σε σχέση με την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Ή την αδιαφορία που επιδείκνυε ως προς τα ζητήματα ευρωπαϊκής κυριαρχίας, άμυνας. Kάτι που συνέβη καθώς οι ευρωπαϊκές ελίτ πίστεψαν πως έχουμε εισέλθει για τα καλά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου «το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο». Το τίμημα των λανθασμένων βάσεων πάνω στην οποία πορεύτηκε επί δύο, τουλάχιστον, δεκαετίες είναι η διακινδύνευση της ευημερίας της. Κάτι που σίγουρα προμηνύει όξυνση των πολιτικό-κοινωνικών αναταραχών, και πολιτικές ανατροπές όπως συνέβη με τις κυβερνήσεις της Σουηδίας ή της Ιταλίας.
Εντούτοις, σε αντίθεση με την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, η κρίση αυτή έχει πιο έντονα ‘διορθωτικό χαρακτήρα’. Με την έννοια ότι εάν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες ανταποκριθούν επαρκώς στις προκλήσεις της συγκυρίας, η επόμενη μέρα θα βρει την Ευρώπη περισσότερο αυτοδύναμη ενεργειακά, παραγωγικά, γεωπολιτικά. Δύο εμπόδια έχουν κάνει αισθητό τον αντίκτυπό τους σε αυτήν την προοπτική. Πρώτον, ότι η λεγόμενη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, έχει καταστήσει την ΕΕ έναν εξαιρετικά δυσκίνητο οργανισμό· δεύτερον, και κάτι που φαίνεται και στην δυσκολία διαμόρφωσης πολιτικών για την ενεργειακή κρίση, είναι ότι η Γερμανία δρα και φέρεται με υπέρμετρο εγωϊσμό, καθυστερώντας δραματικά μια συλλογική ευρωπαϊκή αντίδραση.
Η Ελλάδα πώς τοποθετεί τον εαυτό της μέσα σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό πλαίσιο; Οι απειλές της Τουρκίας έρχονται ως συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία, ή η Τουρκία θα κλιμάκωνε έτσι κι αλλιώς τη ρητορική της, ως κομμάτι της στρατηγικής του Ερντογάν πριν από τις εκλογές στη γειτονική χώρα;
Ο αναθεωρητισμός της Ρωσίας τροφοδοτεί εκείνον της Τουρκίας. Υπάρχει μια συμβιωτική σχέση μεταξύ του Πούτιν και του Ερντογάν, παρά τις επιμέρους –πολλές φορές σημαντικές– διαφορές. Τι τους οδηγεί στο να τις ξεπερνούν; Η ‘μεγάλη εικόνα’, ότι δηλαδή αμφότεροι επιθυμούν να περιορίσουν τη Δύση, και να ελέγξουν εκείνοι για λογαριασμό τους μεγάλες περιοχές του παγκοσμίου συστήματος.
Ο ‘πολυπολικός κόσμος’ στον οποίο αναφέρονται, δεν είναι ακριβώς πολυπολικός, αλλά ένα ‘ολιγοπώλιο’ της ισχύος όπου τρεις ή τέσσερις δυνάμεις θα αναδειχθούν σε ρυθμιστές του συστήματος. Διόλου τυχαία, Ρωσία, Τουρκία, Ιράν και Κίνα είναι παλιές αυτοκρατορίες. Με την οικονομική, δημογραφική, και γεωπολιτική αποδυνάμωση της Δύσεως πιστεύουν ότι ήρθε η ώρα να ανακτήσουν αυτόν τους τον ρόλο.
Η αναβίωση της τουρκικής αυτοκρατορικότητας σκοντάφτει στην ύπαρξη ενός ελεύθερου και κυρίαρχου ελληνικού κράτους. Γιατί ακριβώς εμποδίζει την προβολή της τουρκικής ισχύος προς τα δυτικά –τα Βαλκάνια στα ηπειρωτικά, και την Μεσόγειο θαλάσσια. Εξ ου και το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η ‘γαλάζια πατρίδα’ και οι υπόλοιπες αξιώσεις της Τουρκίας.
Γι’ αυτό και η Τουρκία είναι βέβαιο ότι θα κλιμάκωνε «έτσι κι αλλιώς». Το κάνει εμφανώς από το 2019, εξ άλλου, όταν οι εκλογές δεν ήταν ακόμη στον ορίζοντα. Και ούτως ή άλλως Ερντογάν και αντιπολίτευση έχουν εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό πλειοδοσίας απειλών έναντι της Ελλάδας, κάτι που μας δείχνει ότι η κλιμάκωση αποτελεί ‘συστημική’ επιλογή της Τουρκίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως πολιτική οντότητα μοιάζει να μη μπορεί να δώσει πειστικές λύσεις στα σοβαρά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι Ευρωπαίοι πολίτες. Θα παρατηρηθεί και σε άλλες χώρες κατά τη γνώμη σας στροφή προς κυβερνήσεις τύπου Μελόνι, όπως συνέβη στην Ιταλία;
Η ΕΕ όπως είπαμε βαρυγκωμάει. Από την άλλη, όμως, η Μελόνι μετά την εκλογή της επεδίωξε με ιδιαίτερο ζήλο να ‘δώσει σήμα’ στις ευρωπαϊκές ηγεσίες, ότι δεν θα πολιτευτεί με τρόπο που θα αμφισβητήσει την συνοχή της. Γι’ αυτό κατέληξε σε συμφωνία με τον Ντράγκι για τη δημοσιονομική πολιτική, ή επανέλαβε την στήριξή της στην Ουκρανία. Εκείνο που θα κάνει είναι να πιέσει εκ των έσω για την αλλαγή της ευρωπαϊκής ατζέντας, ως προς την πολιτική της για τη μετανάστευση προς το αυστηρότερο, ζητήματα που έχουν να κάνουν με τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής –τον πολυπολιτισμό, την οικογένεια, τη ρευστότητα των φύλων κ.ο.κ.
Από την άλλη τόσο η Μελόνι όσο και η Λεπέν, έχουν εδώ και μερικά χρόνια αφήσει πίσω τους τον ευρωαπορριπτισμό. Αναγκάζονται, γιατί βρίσκονται ενώπιον ενός υπαρκτού προβλήματος: Η γαλλική ή ιταλική οικονομία, και κυρίως η βιομηχανία τους, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα τους προβλήματα με μια πολιτική που λέει «εγκαταλείπουμε την περιφερειακή μας ενσωμάτωση και πορευόμαστε ως εθνικά κράτη αυτόνομα μέσα στην παγκοσμιοποίηση».
Το Ηνωμένο Βασίλειο προσπάθησε να κάνει αυτήν την επιλογή με το Brexit. Και αν θα δείτε όλες οι υποσχέσεις των πολιτικών δυνάμεων που το υποστήριξαν ενθέρμως, για την αναζωογόνηση της βρετανικής οικονομίας, εκτός ΕΕ διαψεύσθηκαν παταγωδώς και με πολύ επώδυνο τρόπο για τα μεσαία και τα κατώτερα στρώματα. Οι δε Συντηρητικοί που κλήθηκαν να το διαχειριστούν βρίσκονται σήμερα σε μια καταιγιστική περιδίνηση, και μάλλον σύντομα θα αναγκαστούν να πάνε σε πρόωρες εκλογές, με τα ποσοστά τους να καταρρέουν στις δημοσκοπήσεις.
Ποιο ευρωπαϊκό εθνικό κράτος των 50, 60, ή 70 εκατομμυρίων το πολύ μπορεί από μόνο του να ανταγωνιστεί την Κίνα και την Ινδία του 1 δισ.+; Άρα, στη Γαλλία και την Ιταλία γνωρίζουν πολύ καλά ότι προκειμένου να ανασυγκροτήσουν την οικονομία τους χρειάζονται την Ευρωπαϊκή προστασία, οπότε ακόμα και αυτοί οι ευρωαπορριπτιστές βάζουν νερό στο κρασί τους.
Από την άλλη, μπροστά στην άνοδο της άκρας δεξιάς, οι υπόλοιπες δυνάμεις από την κεντροδεξιά και την κεντροαριστερά, αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αν επιμείνουν στις πολιτικές που ακολουθούσαν όλες τις προηγούμενες δεκαετίες. Πολιτικές που αδιαφορούσαν για την αποβιομηχάνιση, τις συνέπειες των ανοιχτών συνόρων και του πολυπολιτισμού, την περιθωριοποίηση των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων κ.ο.κ.
Άρα θα αναγκαστούν να αλλάξουν ατζέντα, και να επεξεργαστούν μια δημοκρατική εκδοχή προστατευτισμών που θα συνθέτουν ανάμεσα στο εθνικό και το ευρωπαϊκό, και θα στοχεύουν στην αποκατάσταση των βαθιών ρηγμάτων που δημιουργήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες στο εσωτερικό των κοινωνιών τους.

