Μικρές αλλαγές στην επικοινωνία με τους γονείς μπορούν να τα βοηθήσουν να εστιάζουν περισσότερο σε ό,τι κάνουν.
«Τέλειωσες τα μαθήματά σου;», είναι η ερώτηση που ακούγεται σχεδόν καθημερινά σε κάθε σπίτι. Η απάντηση συχνά είναι «τώρα, τελειώνω». Στην πραγματικότητα, όμως, είναι πιθανό το παιδί όχι μόνο να μην πλησιάζει στο τέλος, αλλά να μην έχει καν ξεκινήσει τις εργασίες του. Όχι επειδή δε θέλει, αλλά επειδή δε μπορεί να συγκεντρωθεί. Δεκάδες είναι οι δικαιολογίες που μπορεί να σκαρφιστεί: «Με πονάει το χέρι μου», «με πονάει το κεφάλι μου», «σκέφτομαι πόσους φίλους μου να καλέσω στα γενέθλιά μου» (που είναι σε έξι μήνες από τώρα), «πεινάω».

Σημαντικός παράγοντας δυσκολίας στη συγκέντρωση είναι η έλλειψη κίνησης. Photo: pexels
Πολλοί γονείς θεωρούν ότι η ικανότητα ενός παιδιού να συγκεντρώνεται εξαρτάται κυρίως από το χαρακτήρα του. Ωστόσο, ειδικοί αναφέρουν πως ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι γονείς με τα παιδιά τους παίζει καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της συγκέντρωσης. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η προσοχή δεν αποτελεί δεξιότητα που σχετίζεται με τη μάθηση, αλλά αναπτύσσεται όταν το παιδί νιώθει ασφάλεια, ηρεμία και σύνδεση με το περιβάλλον του. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν υποβόσκουν νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας).
Τα αίτια της δυσκολίας στη συγκέντρωση
Όπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο CNBC, πολλαπλοί είναι οι παράγοντες που οδηγούν σε περιορισμένη συγκέντρωση. Ανάμεσα σε αυτούς η έλλειψη κίνησης. Μπορεί οι παλαιότερες γενιές να βρίσκονταν συχνά σε κίνηση, με τα παιδιά να παίζουν και να τρέχουν σε ανοιχτούς χώρους, ωστόσο, πλέον αυτό δεν αποτελεί μέρος της καθημερινότητας σε πολλές περιπτώσεις. Τα παιδιά έχουν μάθει να βρίσκονται σε κλειστούς χώρους και επομένως η φυσική δραστηριότητα περιορίζεται σημαντικά. Επιπλέον, η τεχνολογία κυριεύει τις ζωές όλων, μικρών και μεγάλων. Το κινητό τηλέφωνο και το τάμπλετ αποτελούν την εύκολη λύση για απασχόληση των παιδιών. Έτσι, ο εγκέφαλός τους εκπαιδεύεται στη γρήγορη εναλλαγή εικόνων, επομένως ζητά διαρκώς νέα ερεθίσματα μειώνοντας σημαντικά το χρόνο εστίασης σε ένα αντικείμενο.
Αντίστοιχα, οι ενήλικες ελέγχουν διαρκώς τα τηλέφωνά τους ή καταπιάνονται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα παραλείποντας την οπτική επαφή ή απαντώντας αφηρημένα στα παιδιά, τα οποία ερμηνεύουν ως φυσιολογική αυτή τη συμπεριφορά. Την ίδια στιγμή, ο ύπνος και ο χρόνος ανάπαυσης συρρικνώνονται, εξαιτίας του φορτωμένου προγράμματος και της χρήσης οθόνης τις βραδινές ώρες. Τα παιδιά δεν ξεκουράζονται επαρκώς και δεν επιδεικνύουν την απαραίτητη συγκέντρωση.

H τεχνολογία έχει κυριεύσει τις ζωές των παιδιών με τα κινητά τηλέφωνα και τα τάμπλετ να αποτελούν την εύκολη λύση για την απασχόλησή τους. Photo: 123RF
Ποιες οι λύσεις;
Σημαντική είναι η παρουσία και η επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς. Αυτό σημαίνει ότι όταν βρίσκονται μαζί, πρέπει τα κινητά και άλλοι περισπασμοί να μένουν στην άκρη, ώστε το παιδί να λαμβάνει την αμέριστη προσοχή τους. Έτσι, μαθαίνει σταδιακά να εστιάζει και το ίδιο σε ό,τι κάνει. Επιπλέον, σημαντικό είναι να αποφεύγεται η διακοπή του παιδιού όσο ασχολείται με μια δραστηριότητα, καθώς έτσι δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο να συγκεντρωθεί. Αντιθέτως, όταν έχει χρόνο να ολοκληρώσει αυτό που κάνει, παραμένει περισσότερο προσηλωμένο. Σημαντικό, όμως, είναι ο γονιός να αναγνωρίσει τα συναισθήματα του παιδιού, χωρίς να τα υποβαθμίζει όταν νιώθει αγχωμένο, προβληματισμένο ή ακόμα και θυμωμένο με τον ίδιο του τον εαυτό. Η αποδοχή συνθέτει ένα περιβάλλον συναισθηματικής ασφάλειας που μπορεί να το βοηθήσει να ηρεμήσει και να επανέλθει σε αυτό που κάνει.
Θετική διατύπωση
Μια ακόμα πρακτική που αποδεικνύεται αποτελεσματική είναι η αλλαγή στη διατύπωση των εντολών. Αντί να εστιάζουμε σε αυτό που κάνει λάθος το παιδί, του λέμε τι θέλουμε να κάνει. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίζει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα, την οποία ο εγκέφαλός του μπορεί να επεξεργαστεί και να κατανοήσει καλύτερα. Για παράδειγμα, δεν λέμε «Σταμάτα να τρέχεις», αλλά «Περπατάμε, σε παρακαλώ», το «Μην αγγίζεις», μετατρέπεται σε «Τα χέρια μας κοντά στο σώμα μας», ή το «Σταμάτα να φωνάζεις», σε «Μιλάμε χαμηλόφωνα». Σχεδόν κάθε οδηγία που ξεκινά με το «μην» μπορεί να διατυπωθεί θετικά, δίνοντας έμφαση σε αυτό που πρέπει να κάνει το παιδί και όχι σε αυτό που πρέπει να αποφύγει. Με αυτή τη μικρή αλλαγή, δημιουργείται θετικό κλίμα και ο γονιός διατηρεί την ηρεμία του, χωρίς να οξύνονται οι τόνοι.

Προτιμότερο είναι να αποφεύγεται η διακοπή του παιδιού όσο ασχολείται με μια δραστηριότητα, καθώς έτσι δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο να συγκεντρωθεί. Photo: pexels
Η σημασία της φράσης «Ήρθε η ώρα να…»
Αντίστοιχα, οι ερωτήσεις μπορούν να πάρουν άλλη μορφή για καλύτερο αποτέλεσμα. Όταν φτάσει η στιγμή να φύγετε από το σπίτι και το παιδί πρέπει να φορέσει παπούτσια, δεν το ρωτάμε αν θα τα φορέσει, αλλά λέμε «Ήρθε η ώρα να βάλεις τα παπούτσια σου». Μετά το παιχνίδι, δεν το ρωτάμε γιατί δε μάζεψε τα παιχνίδια του, αλλά προτιμάμε το «Ήρθε η ώρα να μαζέψεις τα παιχνίδια σου». Τα παιδιά αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν γνωρίζουν τι περιμένουμε από αυτά. Όσο για τις ερωτήσεις είναι χρήσιμες όταν υπάρχει πραγματική δυνατότητα επιλογής, όπως για παράδειγμα: «Θέλεις να φορέσεις το μπλε ή το κόκκινο μπλουζάκι;».
Ένα απλό χάδι κι η δύναμή του
Όπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο, ακόμα και ένα απλό χάδι μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Όταν νιώθουμε ότι το παιδί αγωνίζεται να συγκεντρωθεί, αντί να επικοινωνούμε μαζί του από το διπλανό δωμάτιο, συστήνεται να το πλησιάσουμε και να το αγγίξουμε ελαφρά στον ώμο ή να του πιάσουμε το χέρι. Η σωματική επαφή δημιουργεί γέφυρα με τον ενήλικα και στέλνει το μήνυμα στο παιδί ότι όλα θα πάνε καλά, καθησυχάζοντάς το και δίνοντάς του την ώθηση να συνεχίσει.

Η σωματική επαφή δημιουργεί γέφυρα με τον ενήλικα και στέλνει το μήνυμα στο παιδί ότι όλα θα πάνε καλά. Photo: 123RF
H ηρεμία ξεκινά από τον ενήλικα
Οι γονείς συχνά ξεχνούν πόσο σημαντικός είναι ο δικός τους τρόπος αντιμετώπισης των καταστάσεων. Όσο πιο ήρεμοι είναι οι ενήλικες, τόσο πιο ήρεμο θα είναι και το παιδί. Τα παιδιά μιμούνται ασυνείδητα τη συμπεριφορά μας και επηρεάζονται από την ενέργειά μας, αλλά και από τη συναισθηματική μας κατάσταση. Το άγχος κι η νευρικότητα επηρεάζουν την ικανότητα του παιδιού να συγκεντρώνεται. Επομένως, μεγάλη σημασία έχει και η ψυχική ισορροπία του γονιού και πώς εκείνος λειτουργεί στην καθημερινότητα, ώστε το παιδί να μεγαλώσει σε ένα ήσυχο περιβάλλον και να βελτιώσει τη συγκέντρωσή του.
Εισαγωγική φωτογραφία: pexels

