Από τα πιο ευαίσθητα κείμενα του Τενεσί Ουίλιαμς, το αινιγματικό και αυτοψυχαναλυτικό αυτό έργο του μεγάλου Αμερικάνου συγγραφέα, γράφτηκε το 1958 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στο Μπρόντγουεϊ με τεράστια επιτυχία.
Έναν χρόνο αργότερα έγινε κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστές την Κάθριν Χέπμπορν, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ. Η Τέιλορ βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία της και ήταν υποψήφια για Όσκαρ Α’ Γυναικείου ρόλου, όπως και η Κάθριν Χέπμπορν. Το έργο εξετάζει θέματα όπως η οικογένεια, η σεξουαλικότητα, η τρέλα. Μέσα από έντονους διαλόγους και συγκλονιστικές σκηνές αναδεικνύει τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και το πώς οι μνήμες και οι αλήθειες μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή τους.
Υπόθεση
Δεκαετία του ’30 στην Νέα Ορλεάνη, αριστοκρατική συνοικία Garden District (στον αντίποδα της λαϊκής Quartier Français, όπου διαδραματίζεται το “Λεωφορείο ο Πόθος”).
Η Βάιολετ Βέναμπλ, πλούσια χήρα ονομαστής οικογένειας της πόλης, έχει προσκαλέσει στο αρχοντικό της τον διακεκριμένο επιστήμονα και νευροχειρουργό Τζον Κιούκροβιτς, για να του κάνει μια πρόταση. Κάθονται στο θερμοκήπιο που διατηρούσε ο Σεμπάστιαν και το οποίο βρίθει από εξωτικά φυτά και πτηνά – ανάμεσα τους και το αγαπημένο του φυτό, ένα σαρκοβόρο λουλούδι- και του λέει ότι ο γιός της ήταν ένας ευαίσθητος ποιητής, ο οποίος έναν χρόνο πριν, πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες σε ένα ψαροχώρι στην Ισπανία.
Του δείχνει τη συλλογή ποιημάτων του: «Ποιήματα του καλοκαιριού» και του εξηγεί πως, όσο ζούσε ο Σεμπάστιαν, έκαναν μαζί μακρινά ταξίδια σε εξωτικές χώρες, όπου εκείνος εμπνεόταν και συνέθετε ένα «θερινό» ποίημα κάθε χρόνο. Αυτό που δεν του αποκαλύπτει είναι ότι πίσω από τη δημιουργική διάθεση, η βασική του δραστηριότητα σε αυτά τα μέρη ήταν η αναζήτηση σεξουαλικών εμπειριών με νέους άντρες. Τη μοναδική φορά που δεν τον συνόδευσε ήταν κατά τη διάρκεια του τελευταίου και μοιραίου ταξιδιού, στο οποίο τον συνόδευσε η ξαδέρφη του Κάθριν Χόλι.
Η Βάιολετ Βέναμπλ, συμπληρώνει, ότι ο Σεμπάστιαν ήταν της άποψης πως «η ζωή ενός ποιητή είναι το έργο του και το έργο του είναι η ζωή του».
Κατά τη διάρκεια της κουβέντας τους, η Βάιολετ Βέναμπλ, προσφέρεται να κάνει στον γιατρό μία γενναιόδωρη δωρεά για να στηρίξει τις έρευνές του στη ψυχιατρική, εφόσον εκείνος αναλάβει να κάνει λοβοτομή στην ανιψιά της Κάθριν. Η δεσποτική γυναίκα επιδιώκει μ’ αυτό, να την αναγκάσει να πάψει να μιλάει για τον βίαιο θάνατο του Σεμπάστιαν , αλλά και να σταματήσει να διαδίδει ότι ο γιός της ήταν ομοφυλόφιλος.
Ο γιατρός χορηγεί στην Κάθριν ορό της αλήθειας και κείνη περιγράφει μια σειρά γεγονότων, που οδήγησαν στο θάνατο του Σεμπάστιαν. Το σημαντικότερο είναι ότι αποκαλύπτει πως την χρησιμοποίησε για να προσελκύσει σεξουαλικά νέους άντρες. Επίσης, το πώς κατασπαράχθηκε από έναν όχλο αγριεμένων αγοριών. Η Βάιολετ σε μια στιγμή παροξυσμού αντιδράει, ορμάει επάνω της να της κλείσει το στόμα και ωρύεται λέγοντας: «Ξεριζώστε αυτή τη χυδαία ιστορία από το μυαλό της». Την συγκρατούν οι υπόλοιποι και ο γιατρός πείθεται ότι η Κάθριν, μάλλον, λέει την αλήθεια.
Ανάγνωση
Δανείζομαι αυτήν της πρωταγωνίστριας:
«Η δική μου εκδοχή για την Βέναμπλ είναι αποτέλεσμα μεγάλης μελέτης και έρευνας. Έχω διαβάσει και δουλέψει πολύ για να την αποκρυπτογραφήσω. Είναι τόσο πολύπλοκη, πολυσύνθετη αυτή η σχέση μάνας – γιου, που θα έπρεπε να την μελετούν στις σχολές ψυχανάλυσης. Είναι ένας γρίφος. Τις προάλλες ήρθε στην παράσταση μία παρέα ανθρώπων που ασχολούνται με την ψυχανάλυση και λέγαμε ότι δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα.
Είχα κι εγώ την αγωνία μου: ποια ακριβώς είναι η Βέναμπλ και ποια είναι η σχέση εξάρτησης που έχει με το γιο της; Είναι μόνο η λατρεία που του έχει, η οποία αγγίζει τα όρια του ερωτισμού; Είναι η προστατευτικότητα μιας μάνας προς τον ομοφυλόφιλο γιο της; Γιατί είναι μια ιδιαίτερη σχέση. Όπως λέει ο Ουίλιαμς, που μας δίνει τα κλειδιά για να δουλέψουμε, «όταν το αγόρι της το έπιανε ο τρόμος και τα μάτια του έβλεπαν προς τα μέσα και τα χέρια του έτρεμαν», εκείνη ήξερε τι του συμβαίνει και γινόταν μια ασπίδα προστασίας από τον κοινωνικό περίγυρο. Γι’ αυτό, όταν το καλοκαίρι εκείνος την αφήνει πίσω, την εγκαταλείπει, ίσως επειδή ήθελε να σπάσει τον γόρδιο δεσμό, να κόψει τον ομφάλιο λώρο, συμβαίνει αυτό το βίαιο γεγονός.
Το έργο αγγίζει κάτι πολύ ακραίο που δεν ξέρω αν οι θεατές θέλουν να το αντιληφθούν και να το εισπράξουν: μία μάνα λειτουργεί ως δόλωμα, ως κράχτης, για να προσελκύει εραστές για τον γιο της».
Φιλαρέτη Κομνηνού
Η παράσταση
Το μεγάλης διάρκειας αφηγηματικό στοιχείο, χάρις στη γοητεία της γραφής και των εκφραστικών μέσων του συγγραφέα, αντί να μονοτονεί, προσφέρει έντονη επιθυμία να παρακολουθήσει ο θεατής την εξέλιξη με ιδιαίτερη προσοχή.
Η Λίλλυ Μελεμέ έχοντας γνώση του βάρους του κειμένου, που έχει στα χέρια της, αγγίζει πολύ προσεκτικά τον πολυεπίπεδο κόσμο του Τενεσί Ουίλιαμς. Πρόκειται για έναν θησαυρό, όπου το ψυχαναλυτικό, το πολιτικό και το φιλοσοφικό υπόβαθρο ενορχηστρώνουν έναν δραματουργικό καμβά, που η σκηνοθέτρια γνωρίζει πολύ καλά πώς να αναδείξει.
Η δραματική ιστορία που πλέκεται στο εσωτερικό αρχοντικού, κάπου στη Νέα Ορλέανη, δημιουργεί ένταση και ζωντάνια. Το πρώτο πρόσωπο που έρχεται σε επαφή με τον θεατή είναι η Βέναμπλ, μια γυναίκα αυταρχική, στυγνή και μυστηριώδης. Ύστερα εμφανίζεται η πληγωμένη Κάθριν Χόλι, μια πικραμένη παρουσία από τη συμπεριφορά της πρώτης. Στη συνέχεια παίρνουν θέση τα πρόσωπα, τα άριστα ψυχογραφημένα πρόσωπα, μέσα σ’ ένα ψυχονευρωτικό περιβάλλον, κινούμενα σε ιδιόμορφο κλίμα, όπου ο θεατής αναζητά τον Άνθρωπο, χωρίς να καταφέρει να τον ανακαλύψει. Η αυλαία πέφτει αφήνοντας στυφή γεύση στην πλατεία.
Το έργο έχει τα συγκλονιστικά στοιχεία του αρχαίου δράματος. Ο συγγραφέας στέκεται με σπαραγμό πάνω από τους ήρωες που ανυψώνονται και διαλύονται από τα πάθη τους. Είναι ένα είδος θυσίας αυτό που συμβαίνει. Αυτό που επιδιώκουν οι ήρωες σε αυτή την οδυνηρή αναζήτηση της αλήθειας είναι ένας καθαρμός. Η Κάθριν, η οποία και η ετυμολογία του ονόματός της παραπέμπει σε κάτι αμόλυντο, θέλει να μοιραστεί την αλήθεια. Θέλει να ακουστεί. Στον τελευταίο της μονόλογο αναφέρει συχνά το λευκό φως που έκαιγε τα πάντα στο τοπίο της Καμπέθα ντε Λόμπο. Η εικόνα του λευκού φωτός, που καίει και εξαγνίζει, είναι πολύ ισχυρή.
Χωρίς να χάνει την επαφή με τον ρεαλισμό, η παράσταση «Ξαφνικά Πέρσι το Καλοκαίρι» είναι ένα ποίημα, που πραγματεύεται πολύ σκληρές αλήθειες. Τις κρύβει μέσα του και θέλει ιδιαίτερη προσοχή από τον θεατή, στο πώς θα τις νιώσει.
Η σκηνοθεσία, μας δίνει τα πολλά διαφορετικά πορτρέτα του Σεμπάστιαν. Διαφορετικό είναι το πορτρέτο που περιγράφει η μητέρα του και πολύ διαφορετικό αυτό που ακούμε από το στόμα της Κάθριν. Όλοι οι ήρωες αναζητούν την αλήθεια. Τη δική τους αλήθεια σε σχέση με αυτό το μυστηριώδες πρόσωπο.
Αντιλαμβανόμαστε πόσο πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα είναι αυτό το πλάσμα. Πολύ σύνθετο και αντιφατικό. Ποιητής με έντονα πάθη, απόλυτα χειραγωγημένο, σχεδόν ευνουχισμένο, εξαιτίας της εξάρτησης από τη μητέρα του. Ένα πλάσμα, που φλερτάρει με τα ανθρώπινα όρια, αναζητώντας τον θεό μ’ έναν προσωπικό τρόπο.
Η Φιλαρέτη Κομνηνού πάνω στη σκηνή, για πολλοστή φορά, αποδεικνύει τον πλούτο των δραματικών της στοιχείων, την ωριμότητά της, κρατώντας μας ενεούς ως το τέλος, εκφράζοντας με λόγο και κίνηση όλες τις πτυχές της παράξενης ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας. Είναι εντυπωσιακά κομψή, αριστοκρατική, ντελικάτη στον λόγο και θηριώδης στη διάθεση, εύκαμπτη αλλά και σκληρή, απάνθρωπη, φαρμακερή. Άλλοτε εξουσιαστική και άλλοτε ευάλωτη, κεντάει κάθε λεπτομέρεια πάνω στο κείμενο, αποκαλύπτοντας τον ίδιο το συγγραφέα. Οι εναλλαγές στην ερμηνεία της είναι μελετημένες μέχρι και την τελευταία παύση. Η πλαστικότητα του σώματός της και πώς αυτό μεταμορφώνεται, είναι θαυμαστή. Δεν επαναπαύεται σε μία ασφαλή προσέγγιση αλλά τολμάει να εισχωρήσει στα πιο μύχια ένστικτα του Τενεσί Ουίλιαμς και αυτό τη δικαιώνει.
Από την άλλη, αξιοπρόσεχτη είναι και η ενσάρκωση της Κάθριν από την Αναστασία Παντούση, που ντύνει το πρόσωπό της με ρεαλισμό και τραγικότητα. Ρόλος εξουθενωτικός, με συνεχείς μεταπτώσεις και δραματικές αφηγήσεις, που απαιτούν εμπειρία και ποιοτική υπόκριση. Εξαιρετική η Αναστασία Παντούση.
Ο Δημήτρης Τσίκλης- γοητευτική σκηνική παρουσία – στον δύσκολο ρόλο του γιατρού, λιτός και ουδέτερος, όπως θα ήταν κι ένας ψυχίατρος στην πραγματικότητα, είναι συνάμα και τρυφερός και συμπονετικός στην ανθρώπινη τραγωδία, που ακολούθησε τη φρίκη της ωμοφαγίας του Σεμπάστιαν. Είναι αυτός που η σιωπή του τού επιτρέπει να επιβληθεί, γιατί η λύση είναι στα χέρια του. Είναι αυτός που πρέπει να γίνει η σκιά του Σεμπάστιαν, η λεία των γυναικείων χαρακτήρων, αλλά είναι και «εμείς». Εμείς οι περίεργοι θεατές που λαχταρούμε να τα μάθουμε όλα, να βγάζουμε συμπεράσματα για να καταδικάσουμε ή να αθωώσουμε. Μόνο που, στα μεγάλα έργα, κανένας δεν αθωώνεται και δεν καταδικάζεται.
Η Λίλλυ Μελεμέ , σκηνοθέτις και έμπειρη ηθοποιός, ερμηνεύει τη φοβισμένη μητέρα Χόλι, με προσοχή στη λεπτομέρεια.
Ο Πάρης Λεόντιος ζωγραφίζει με ρεαλιστικά χρώματα την εκρηκτικότητα του γιου, Τζόρτζ.
Απειλητικός, βίαιος, αποφασιστικός, συμπληρώνει με ακρίβεια το δίπτυχο των αδίστακτων συγγενών.
Η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, καθαρή και εύληπτη. Τα κοστούμια της Ειρήνης Γεωργακίλα, εντυπωσιακά και στο στιλ που επέβαλε η σκηνοθεσία.
Τα σκηνικά της Μικαέλας Λιακατά, ναι μεν ενδιαφέρουσα, μινιμαλιστική εικαστική εγκατάσταση, αλλά πολύ μακριά από το πνεύμα του έργου. Σημασία έχει το περιβάλλον, τουλάχιστον στον κόσμο που έπλασε ο Ουίλιαμς στο «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι», κάτι που δε μέτρησε στη σύγχρονη και λιτή σκηνογραφική άποψη της σκηνοθεσίας. Ούτε η ευμεγέθης πολυθρόνα – θρόνος, θα το έλεγα και αιώρα υπεροχής της Βάιλοτ, ούτε ο φράχτης από μπαμπού, απολύτως τίποτε, θα πω, από αυτό το εντυπωσιακό σκηνικό δεν αντικατοπτρίζει τον εύθραυστο και επικίνδυνο συγκερασμό των δυο βασικών ιστοριών του έργου, περισσότερο από έναν κήπο που ο ίδιος ο Σεμπάστιαν είχε δημιουργήσει για να θυμίζει άγρια τροπική ζούγκλα. Με άλλα λόγια, βλέπουμε τη «ζούγκλα» μεταμορφωμένη σε εικαστική δημιουργία, το δε κάλεσμα της φύσης, επίφοβα στριμωγμένο κάτω από μια επιμελημένη επιφάνεια.
Αν εξαιρέσουμε αυτή την υποβάθμιση της ζωτικής σημασίας του σκηνικού από τη σκηνοθεσία, η πειστικότητα της φυσικής ζούγκλας στην παράσταση, αντισταθμίζεται από την ανθρώπινη.
Επίλογος
Ο Τενεσί Ουίλιαμς χρησιμοποίησε πληθώρα συμβολισμών κανιβαλισμού και σαρκοφαγίας στο κείμενό του, όπως στην περίπτωση του κήπου-ζούγκλας του Σεμπάστιαν, όπου κυριαρχούν τα έντονα χρώματα και οι ήχοι άγριων πτηνών, ερπετών και ζώων. Άλλωστε, πίστευε ότι τα σύμβολα είναι «η φυσική γλώσσα του δράματος» και «η πιο αγνή γλώσσα στα θεατρικά έργα».
Έχει πει για το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι», το οποίο θεωρούσε από τα πιο ποιητικά του: «Οι άνθρωποι- μεταφορικά – καταβροχθίζουν ανθρώπους. Ο άνθρωπος τρέφεται από τον πλησίον του, χωρίς να έχει το δικαιολογητικό ότι τα ζώα το κάνουν για επιβίωση.
Χρησιμοποίησα τη μεταφορά του κανιβαλισμού, που εκφράζει την αποστροφή μου σ’ αυτό το ανθρώπινο ιδίωμα , τον τρόπο που οι άνθρωποι μεταχειρίζονται ανθρώπους -ασυνείδητα – καταβροχθίζοντας ο ένας τον άλλον».
Επίσης, εδώ εντάσσει και ένα προσωπικό του στοιχείο: στην αδελφή του, Ρόουζ, λόγω της σχιζοφρένιάς της, της έχει γίνει λοβοτομή.
Το συγκεκριμένο έργο χαρακτηρίζεται δραματουργικά και από το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής είναι απών και οι μόνες πληροφορίες που έχουμε είναι μέσα από την οπτική δύο γυναικών με διαταραγμένη ψυχολογία.
Συντελεστές:
∙ Συγγραφέας: Τένεσι Ουίλιαμς
∙ Σκηνοθεσία / Δραματουργική Επιμέλεια: Λίλλυ Μελεμέ
∙ Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
∙ Πρωτότυπη Μουσική Σύνθεση: Σταύρος Γασπαράτος
∙ Σκηνικά: Μικαέλα Λιακατά
∙ Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα
∙ Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
∙ Βοηθός Σκηνοθέτη: Λίνα Οικονόμου
∙ Βοηθός Σκηνογράφου: Ξένια Κουβέλα
∙ Βοηθός Ενδυματολόγου: Ίριδα Μυρσίνη Σιδέρη
∙ Φωτογραφία / Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
∙ Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια)
∙ Επιμέλεια Μαλλιά / Μακιγιάζ: Εύα Τόμπρου / Le Boudoir
∙ Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Προβολή/Επικοινωνία: Νταίζη Λεμπέση (τηλ: 690-8502631 / email: daisylempesi@hotmail.gr)
Παραγωγή: Happy Productions
Διανομή:
Kυρία Βέναμπλ: Φιλαρέτη Κομνηνού
Κάθριν: Aναστασία Παντούση
Γιατρός Τζoν Κούκροβιτς: Δημήτρης Τσίκλης
Κυρία Χόλι: Λίλλυ Μελεμέ
Τζορτζ: Πάρης Λεόντιος
Διάρκεια Παράστασης: 90 λεπτά χωρίς διάλειμμα
ΠΑΥΛΟΣ ΛΕΜΟΝΤΖΗΣ

