Ήταν μια μέρα σαν σήμερα, πριν ακριβώς από 50 χρόνια, 13 Οκτωβρίου του 1972, όταν αεροπλάνο που μετέφερε πανεπιστημιακή ομάδα ράγκμπι από την Ουρουγουάη, συνετρίβη στην Οροσειρά των Άνδεων.
Οι επιζήσαντες κατάφεραν να κρατηθούν ζωντανοί επί 72 ημέρες καταφεύγοντας στην ανθρωποφαγία για να επιβιώσουν!
Η ιστορία, λίγο έως πολύ γνωστή και χιλιογραμμένη. Ένας από τους ανθρώπους που έζησαν εκείνη την συγκλονιστική εμπειρία ήταν ο γιατρός Ρομπέρτο Κανέσα που αφηγήθηκε την περιπέτεια του γράφοντας ένα βιβλίο με τίτλο «I Had to Survive» (Έπρεπε να επιβιώσω). Σταχυολογούμε κάποια αποσπάσματα:
«Ήμουν δεκαεννέα χρονών, δευτεροετής φοιτητής ιατρικής, παίκτης ράγκμπι, και η Λάουρι Σουράκο ήταν η κοπέλα μου, όταν το αεροπλάνο μας έπεσε στο βουνό, στις 13 Οκτωβρίου του 1972. Αυτές οι εβδομήντα μέρες στις Άνδεις ήταν κυριολεκτικά ένα μάθημα επιβίωσης, όπου η σπίθα για την ιατρική θα γινόταν μέσα μου μια βρυχώμενη φλόγα. Ήταν το πιο σκληρό εργαστήριο, όπου ήμασταν όλοι τα πειραματόζωα, και το παράδοξο; Όλοι το γνωρίζαμε. Σε αυτό το τραγικό πεδίο εξάσκησης, είδα με νέα προοπτική την επιστήμη μου: Το να θεραπεύεσαι σήμαινε απλώς να επιβιώσεις».
«Από τότε που γλιτώσαμε, στις 22 Δεκεμβρίου 1972, έκανα στον εαυτό μου μια σειρά από ερωτήσεις, που οι απαντήσεις αλλάζουν διαρκώς. Η πιο βασική: Τι κάνει ένας άνθρωπος, όταν όλες οι πιθανότητες είναι στοιβαγμένες εναντίον του;
«Ο κοινός μας στόχος ήταν να επιβιώσουμε, αλλά αυτό που μας έλειπε ήταν το φαγητό. Είχαμε προ πολλού ξεμείνει από τα λιγοστά τρόφιμα που βρίσκαμε στο αεροπλάνο και γύρω μας δεν υπήρχε ούτε βλάστηση ούτε το παραμικρό σημάδι ζωής. Έπειτα από λίγες μέρες, νιώθαμε την αίσθηση ότι το σώμα μας καταρρέει και απλά και μόνο παραμένει ζωντανό. Σε λίγο, θα ήμασταν πολύ αδύναμοι από την πείνα.
Ξέραμε την απάντηση, αλλά ήταν πολύ τρομερό ακόμα και να το σκεφτούμε. Τα σώματα των φίλων και των συμπαικτών μας, διατηρημένα έξω στο χιόνι και τον πάγο, περιείχαν ζωτική, ζωογόνο πρωτεΐνη που θα μπορούσε να μας βοηθήσει να επιβιώσουμε, μπορούσαμε όμως να το κάνουμε; Για πολύ καιρό αγωνιούσαμε. Βγήκα έξω στο χιόνι και προσευχήθηκα στον Θεό να με καθοδηγήσει. Χωρίς τη συγκατάθεσή Του, ένιωσα ότι θα παραβίαζα τη μνήμη των φίλων μου. ότι θα έκλεβα τις ψυχές τους. Αναρωτιόμασταν μήπως τρελαθούμε ακόμα και στη σκέψη για κάτι τέτοιο. Είχαμε μετατραπεί σε άγριους; Ή ήταν αυτό το μόνο λογικό πράγμα που έπρεπε να κάνουμε; Πραγματικά, ξεπερνούσαμε τα όρια του φόβου μας».
Και το έκαναν και επιβίωσαν. Και όταν επέστρεψαν και διηγήθηκαν με πόνο ψυχής τα δεινά τους, η ευαίσθητη Καθολική Εκκλησία και ο πάπας Παύλος ο Στ’ τους αφόρισαν!

